.

.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

"Αντρέι Ρουμπλιόφ" του Αντρέι Ταρκόφσκι


Η ταινία-Αndrei Rublev (Αντρέι Ρουμπλιόφ, 1966) 

Μέρος 1 – Μέρος 2
Ο Ρουμπλιόφ ξεκινά τη ζωή του με μιαΦωτογραφία της Anna Staikou. αθωότητα και μια παιδική πίστη στην καλοσύνη των ανθρώπων. Οπως γράφει ο Ταρκόφσκι: «Ο καλόγερος, ο Ρουμπλιόφ, κοιτούσε τον κόσμο με απροστάτευτο, παιδικό βλέμμα, και κήρυσσε την αγάπη, την καλοσύνη και τη μη βίαιη αντίσταση στο κακό.»[14] Ομως, η σκληρή πραγματικότητα της εποχής του, οι αντιζηλίες μεταξύ των μοναχών, οι ματαιοδοξία τους, η διαφθορά αρχόντων και λαού, η διπροσωπία και η αδιαφορία τους μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο των Τατάρων και τη βία που θ ̓ ακολουθούσε, δοκιμάζουν την πίστη του, τον απογοητεύουν και τον κάνουν να εγκαταλείψει το μοναστήρι του.
Φωτογραφία της Anna Staikou.
Φεύγοντας όμως από εκεί, είναι σαν να βαδίζει στο άγνωστο χωρίς πυξίδα. Αντιμετωπίζει σαρκικούς πειρασμούς, απειλείται με θάνατο από παγανιστές που τον δένουν σε στάση σταυρού, συμβολίζοντας έτσι τον Χριστό, συναντά ένα δάσκαλο ‒τον Θεοφάνη τον Ελληνα‒ που, εκτός από την τέχνη του, δεν μπορεί να του δείξει μια σαφή πορεία μέσα στον κόσμο, ηγεμόνες που βλέπουν την τέχνη του με υλιστικά κίνητρα και τους ζωγράφους/αγιογράφους σαν μπογιατζήδες, και μια βία που ξεκινά από μια αδελφοκτόνα διαμάχη, καταλήγει στην εισβολή των Τατάρων και καταστρέφει τα πάντα. Μέσα σ ̓ αυτήν τη δίνη, ο ζωγράφος προβληματίζεται, σχετικά με το «ποια πρέπει να είναι η σχέση του καλλιτέχνη με τον γύρω κόσμο. Πρέπει να συμμετέχει την Ιστορία η απλώς να παρατηρεί;»[15] Οταν ένας Ρώσος επιχειρεί να βιάσει μια γυναίκα, ο Αντρέι παίρνει την απόφαση να παρέμβει, σκοτώνει τον βιαστή και σώζει τη γυναίκα.
Μετά απ’ αυτό και μἐσα σ ̓ ένα περιβάλλον καταπτώσεως, καταστροφής, πείνας κι ερημώσεως, ο μοναχός Αντρέι στρέφεται στη μετάνοια: Επιβάλλει κανόνα σιωπής στον εαυτό του, αποφασίζει να μη ξαναμιλήσει και ξαναζωγραφίσει μέχρι να του δείξει ο Θεός ότι του συγχώρεσε τον φόνο κι επιστρέφει στη μονή της μετανοίας του. Μ ̓ αυτόν τον τρόπο ο Ταρκόφσκι δείχνει στους συγχρόνους του πώς πρέπει να γίνει η αλλαγή της Ρωσίας για την οποία τόση συζήτηση γινόταν τότε.
Από το "Αντίφωνο". Ευχαριστώ την Άννα Στ. για την υπενθύμιση.

Ἡ πλήρης πραγματικότητα τῆς πνευματικότητας «ΑΝΤΡΕΪ ΡΟΥΜΠΛΙΟΦ»

France Farago
Στὸ φεστιβὰλ τῶν Καννῶν τοῦ 1983, σὲ μιὰ τηλεοπτικὴ συζήτηση ποὺ παραχώρησε ἡ Ἀντέννα 2, ὁ Ταρκόφσκι, ἐξομολογούμενος τὴ δυσφορία του μπροστὰ σ’ αὐτὴν τὴν πληθωρικὴ καὶ θορυβώδη ἐκδήλωση, ἐντόπιζε τὸ σύγχρονο κακό: τὸ χάος ἀνάμεσα στὴν ὑλικὴ πρόοδο καὶ στὴν ἀπουσία ἢ τὴ φτώχεια πνευματικῆς ζωῆς στὸ σύγχρονο ἄνθρωπο. Σ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη ἔρχεται νὰ ἐγγραφεῖ ἡ χρήση ποὺ κάνει τῆς ἕβδομης τέχνης σὰν τῆς μυστικῆς ματιᾶς ποὺ ἐξευρενεῖ τὸ ἀόρατο. Προορισμένη νὰ μαντεύει καὶ νὰ αἰσθάνεται, νὰ προϋποθέτει τὴν ὑπεραισθητὴ παρουσία τοῦ Εἶναι, τοῦ Θεοῦ: αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο ποὺ ἀποδίδει στὴν τέχνη του, αὐτὸν τὸν προορισμὸ ἐπικαλεῖται. Ἔτσι δὲν ξαφνιαζόμαστε ποὺ τὸν βλέπουμε νὰ ἐφαρμόζει μὲσα στὴν ἀπουσία σύγχρονων εἰδώλων μιὰ τέχνη εἰκονικὴ μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀληθινὴ Εἰκόνα, γλώσσα ἀνυπόφορη στὸν ἐπίσημο ὑλισμὸ τῆς χώρας του ποὺ ἐξηγεῖ εὔκολα τὴ λογοκρισία ποὺ ἔπληξε τὸν Ἀντρέι Ρουμπλιόφ. Ἔτσι πρέπει νὰ διαβάσουμε τὰ ἔργα του –και ὁ «Stalker» δὲν εἶναι τὸ λιγότερο σπουδαῖο– σὰν μεσολαβήσεις, δρόμους ποὺ προσφέρονται σὰν ἐλπίδα.
Πορεία μέσα στὸ διάστημα καὶ πορεία μέσα στὸ χρόνο: ἔτσι μοιάζουν οἱ δυναμικὲς συντεταγμένες μιᾶς ἐσωτερικῆς πορείας, ὅπου μέσα ἀπὸ ὀκτὼ πίνακες ποὺ χρονολογοῦνται μὲ αὐξανόμενη πρόοδο, παρακολουθοῦμε τὶς περιπλανήσεις ἑνὸς μοναχοῦ ζωγράφου εἰκόνων, τοῦ Ἀντρέι Ρουμπλιόφ, στὴ μέση ἑνὸς ὑστερομεσαιωνικοῦ κόσμου ὅπου τὸ κακὸ καὶ ἡ κόλαση θυμίζουν τὴν κάθαρση τῆς σιωπῆς γιὰ νὰ ξαναβροῦμε, πέρα ἀπ’ τὸ πνεῦμα τῆς μετάνοιας, τὸν Λόγο ποὺ πάλι ἐνσαρκώνεται, ζωὴ ποὺ ἀποκαθίσταται στὴ δημιουργική της δύναμη. Φορέας μιᾶς ἀληθινῆς ὀντολογίας τοῦ φωτός, ποὺ ἀναλύεται στοὺς διαλόγους πάνω στὴ ζωγραφική, χῶρος τῆς ὁρατῆς ἐκδήλωσης τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀόρατης οὐσίας τῶν πραγμάτων, πιὸ ἀρχαϊκὸς ἀκόμα ἀπὸ τὸν προφανὴ χριστιανισμὸ τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ κήρυκας (ἴσως μὲ τὸ τέχνασμα τῆς στενῆς συγγένειας ἀνάμεσα στὴν αἰσθητικὴ τοῦ Ρουμπλιὸφ καὶ ἐκείνη τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη, ἂν καὶ ἤδη τὰ λόγια τοῦ Θεοφάνη τοῦ Ἕλληνα εἶναι διαποτισμένα ἀπὸ πλατωνικὲς ἀναμνήσεις), ὁ «Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ» μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι στὴν πιὸ πλήρη ἔννοια τοῦ ὅρου ἔργο ἀποκατάστασης: ὀντολογικῆς ἀποκατάστασης ἑνὸς ἔκπτωτου κόσμου, ἀποκατάστασης τῶν δυνάμεων τῆς ἁρμονίας, τῆς ὁμόνοιας καὶ τῆς καλωσύνης ποὺ σταθερὰ ἐμπαίζονται ἀπ’ τὶς δυνάμεις τῆς καταστροφῆς, τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ θανάτου.
Μερικὰ θέματα μοῦ φαίνονται οὐσιώδη, ἐνῶ οἱ διάφοροι πίνακες εἶναι μόνο οἱ εἰκονογραφήσεις τους: ἡ ἀθωότητα (τῶν ζώων καὶ τῶν τρελῶν) καὶ ἡ συνείδηση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, ἡ φύση καὶ ἡ χάρη (ὄχι μόνον τὸ σχίσμα ἀνάμεσα στὸν χριστιανισμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρεία ὅπως τὸ δείχνει ὁ πέμπτος πίνακας ἀλλὰ καὶ τὸ ἁμάρτημα τοῦ Κυρίλλου καὶ ἡ ἁπλὴ καὶ ἀνθρώπινη καλωσύνη τοῦ γελωτοποιοῦ ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα (καταγγελία τῆς νόθευσης τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπὸ τὸ ψέμα, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Φόμα, ἢ ἀπὸ τὴν ψευδομαρτυρία, γιὰ τὸν Κύριλλο, ἀλλὰ καὶ ἄρνησης τοῦ νόθου στὸ μῦθο ὅπως στὴ σκηνὴ τῆς τελευταῖας Κρίσης) τὸ κακὸ καὶ ἡ κόλαση (τοῦ ὁποίου ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐντελῶς ἐσωτερική: φόνος, ἐπιθυμία τῆς ἐξουσίας, ἀνταγωνισμός, ζήλεια, ὠμότητα, μεγαλομανία τοῦ Πρίγκηπα) τὸ μυστικὸ τῆς δημιουργίας (ποὺ πρέπει ὁ καθένας νὰ ξανανακαλύψει, ὅπως ὁ νεαρὸς χύτης τῶν καμπάνων), Λόγος καὶ σιωπὴ καὶ ἡ Ἔσχατη Κρίση πού, ἐξανεμίζοντας ὅλα τὰ καθεστώτα τοῦ τρόμου, εἶναι μιὰ ἐξύμνηση τοῦ Ἀμὴν καὶ τῆς συναίνεσης, ποὺ συνεπάγεται τὴν ἀποκατάσταση τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς θεραπείας σ’ ἐκείνους ποὺ τὴν ἀναζητοῦν (ἡ ἀθώα ποὺ βρίσκει ἀναπάντεχη χαρὰ στοὺς Τατάρους, ὁ Κύριλλος ποὺ μετανοεῖ, ὁ Ἀντρέι ποὺ ἐπανέρχεται στὴν τέχνη του καὶ τὸ λόγο). Τέλος ἡ πιθανὴ κοινωνία τῶν ὄντων, ἡ δημιουργική τους κοινωνία (ὁ Μπόρις καὶ ὁ Ἀντρέι). Ὁ «Ἀντρέι Ρουμπλιόφ» ἐξ ἄλλου, σὲ ἕνα κόσμο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ τὴ γάγγραινα τῆς πληθώρας τῶν εἰκόνων, ἐκφράζει μιὰ φιλοσοφία τῆς τέχνης, τὴν ἴδια ποὺ ἐμψύχωσε καὶ γονιμοποίησε τὸν χριστιανικὸ κόσμο: ἡ τέχνη εἶναι μεγάλη μόνο ὅταν ὑποτάσσεται στὸ σκοπὸ ποὺ διατρέχει τὴ Δημιουργία. Ὅταν ὁ ἅγιος πεθαίνει, ἡ τέχνη ψυχομαχεῖ. Ἀλλὰ ὁ Ταρκόφσκι δὲν προσπαθεῖ νὰ δείξει τὸ δρόμο μιᾶς πιθανῆς ἀναγέννησης γιὰ νὰ ξαναβροῦν οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια τῆς πνευματικῆς βαρβαρότητας (πρβλ. «Stalker»), αὐτὸ ποὺ ὁ Πλάτων ἤδη ὀνόμαζε τὸ «μάτι τῆς ψυχῆς», τοὺς ἐσωτερικοὺς δρόμους τοῦ Πνεύματος;
Τὸ πρῶτο ἐπεισόδιο ἀποτελεῖ μιὰ μεταφορὰ ἰσοδύναμη μὲ τὸ σύνολο τῆς ταινίας. Στὴν πραγματικότητα πρόκειται, μέσα ἀπὸ ἕνα λεπτομερὴ ρεαλισμὸ εἰκόνων, γιὰ τὴν ἀνύψωση. Ὅλα ἀρχίζουν μὲ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ποὺ ρυθμίζει τὸν ἱερὸ χρόνο τοῦ κόσμου, εἰκόνα ποὺ θὰ βροῦμε μὲ συμμετρικὸ τρόπο στὸ τέλος τῆς ταινίας. Αὐτὸς ὁ ἦχος τῆς καμπάνας λοιπὸν δίνει τὸ σύνθημα τοῦ πετάγματος ἑνὸς δερμάτινου μπαλλονιοῦ, ἑνὸς παράξενου ἀερόστατου. Τὸ τοπίο μέσα στὸ ὁποῖο συντελεῖται αὐτὴ ἡ κάθετη ἀπελευθέρωση ἀπομονώνει τὸν οὐρανὸ καὶ τὰ νερά. Ὑπάρχουν βάρκες, σημάδι τῆς τιθάσευσης τοῦ ὑγροῦ στοιχείου. Ἀλλὰ πῶς νὰ κυριαρχήσεις στὸν οὐρανό; Ἀπὸ ’κεῖ προέρχεται κι αὐτὴ ἡ προσευχὴ τοῦ χωρικοῦ ἀπὸ αἰώνων προσκολλημένου στὴ γῆ. «Θεέ μου, κάνε νὰ φθάσω!» Κάτω ἀπ’ αὐτὸν, ὁ μόχθος τῶν ἀνθρώπων. «Πετάω!» κραυγάζει, ἐνῶ τὸ ἀερόστατό του μετακινεῖται κατὰ μῆκος τοῦ καθεδρικοῦ, τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ἀκόμα καὶ τὴ στιγμὴ ὅπου ἐκφράζονται ἡ χαρὰ καὶ ἡ συγκίνησή του, ἐκεῖ κάτω βασανίζονται. Ἡ βαρύτητα καὶ ἡ ὑπερβολὴ τοῦ κακοῦ ὅμως δὲν σβήνουν τὰ γέλια τοῦ ἀνθρώπου, πού, λίγο λίγο κυριαρχεῖ στὸ πέταγμά του, ξαναβρίσκει τὴν ἠρεμία του καὶ παρακολουθεῖ τὸ θέαμα τῶν κοπαδιῶν ποὺ βόσκουν στοὺς ἀγρούς. Ὅμως τὸ πέταγμα πάνω ἀπ’ τὴ γῆ τελειώνει μὲ μιὰ ἀναπόφευκτη πτώση. Ἡ ἀνύψωση ἦταν μόνο προσωρινή: αὐτὴ εἶναι ἡ μοίρα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, ὁμοούσια συνδεδεμένου μὲ ἕναν εὔθραυστο κόσμο ποὺ ἀρνεῖται νὰ δεχθεῖ τὴν διείσδυση τοῦ πνεύματος καὶ τῆς θείας τάξης. Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ζῶο∙ ἁμαρτωλός. 
Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ θεματικὴ τοῦ Ταρκόφσκι εἶναι χριστιανικὴ καὶ πλαισιώνει τὴν ταινία σὰν νὰ θέλει νὰ ἐπιμείνει στὸν ἰδιάζοντα χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος περιθωριακά, ἔξω ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους, ἀναφέρεται στὴ ζωικὴ ἀθωότητα. Ἀλλὰ καὶ σ’ ὁλόκληρη τὴν ταινία, εἰκόνες ἔρχονται νὰ μᾶς θυμίσουν τὸν ἱερὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, μὲ ἀντίτιμο τὴν ἔσχατη δυσκολία του: τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὴν πτώση. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι προκαθορισμένος. Πρέπει νὰ ξαναβρεῖ τὸ μυστικὸ τῆς δημιουργίας του. Ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ προαναγγέλεται λοιπὸν ἐξ ἀρχῆς σὰν ταινία πάνω στὸ πρόβλημα τοῦ Κακοῦ καὶ τῆς λύτρωσης, πάνω στὴ δύσκολη ἀνάδυση τοῦ Πνεύματος σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ ἀδράνεια τῆς ὕλης καὶ ἡ ἔλλειψη διαφάνειας τῶν συνειδήσεων πνίγουν τὴ συνειδητὴ ἐμφάνιση τοῦ Εἶναι. Τὰ εἰκονογραφικὰ πλαίσια τοῦ Ταρκόφσκι (τὰ ἄλογα) δείχνουν νὰ θέλουν νὰ θυμίσουν ὅτι ὀντολογικὰ ὁ ἄνθρωπος δὲ μπορεῖ νὰ φθάσει τὴν ἀθωότητα (ἐκτὸς ἀπ’ τὴν τρέλα ὅπου ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι τρελός, ξένος ἀπ’ τὴν οὐσία του ποὺ εἶναι ἡ ἀνερχόμενη συνείδηση). Ἔκπτωτος ἀπ’ αὐτὸ τὸν παράδεισο, πρέπει νὰ ἐκτεθεῖ στὴν πτώση, νὰ διασχίσει τὴ δοκιμασία τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἱκετεύσει μετὰ τὴ συγγνώμη τοῦ Θεοῦ του, γιὰ νὰ φθάσει στὴν εἰρήνη καὶ τὴ συμφιλίωση. Ἀναγκαστικὲς μεσολαβήσεις γιατὶ τὸ ἀνθρώπινο ἀρχίζει μόνο μὲ τὴν ὀντολογικὴ ἱκανότητα, τὴν ἀναζήτηση, ἀκόμα καὶ μάταια καὶ ἀσυνείδητα, τοῦ Θεοῦ. Προσκύνημα μέσα ἀπ’ τὴν ἁμαρτία, ἀνταμοιβὴ τῆς ἐλευθερίας.
Τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο ἐγκαινιάζει τὴν δόξα αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλῆς φύσης. Στὴν περιπλάνησή τους κάτω ἀπὸ μιὰ δυνατὴ βροχή, οἱ μοναχοὶ Ἀντρέι, Ντανιὲλ καὶ Κύριλλος μπαίνουν σὲ ἕνα πανδοχεῖο ὅπου ἕνας γελωτοποιὸς κάνει ἐπίδειξη τῆς τέχνης του, ἠθοποιὸς ποὺ μιμεῖται τὸν χλευασμὸ τοῦ κόσμου. Εὐκαιρία πτώσης γιὰ τὸν Κύριλλο, τὸν μοναχὸ ποὺ λυμαίνονται ὅλοι οἱ δαίμονες τῆς ζήλειας, τῶν τύψεων τῆς συνείδησης, τῆς μέγιστης ἁμαρτίας τῆς δικαιοσύνης∙ «Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν Πάπα, ὁ διάβολος δημιούργησε τὸν γελωτοποιό», αἱρετικὸς μηχανισμὸς βγαλμένος ἀπὸ μιὰ νευρωτικὴ μνησικακία, ποὺ θὰ κάνει τὸν Κύριλλο ἕναν ὑποκριτὴ συκοφάντη. Ὁ γελωτοποιὸς συλλαμβάνεται καὶ κακοποιεῖται. Οἱ χωροφύλακες σπάζουν τὴ λύρα του καὶ τὸν παίρνουν μαζί τους. Στὸ τέλος τῆς ταινίας μαθαίνουμε ὅτι θὰ τοῦ κόψουν τὴ γλώσσα. Ἄλλωστε τὸ τρίτο ἐπεισόδιο δὲν ἀνοίγει μὲ τὸ βασανισμὸ ἑνὸς ἀθώου, τοῦ θύματος ἑνὸς συκοφάντη; Τὸ διάλογο ἀνάμεσα στὸν Κύριλλο καὶ τὸ Θεοφάνη τὸν Ἕλληνα, ποὺ χρονολογεῖται ἀπ’ τὸ συγγραφέα τὸ 1405; Καὶ δὲν τελειώνει μὲ τὴν καταδίκη αὐτῶν τῶν πράξεων; (Ὁ Θεοφάνης στὸ τέλος τῆς συνομιλίας του μὲ τὸν Κύριλλο, βγαίνει ἀκούγοντας τὰ οὐρλιαχτὰ τοῦ θύματος. «Σταματεῖστε νὰ τὸν βασανίζετε» λέει, «ζεῖτε μέσ’ στὴν ἁμαρτία καὶ τολμᾶτε νὰ κρίνετε»). Αὐτὸς ὁ πίνακας σκηνοθετεῖ τὸ διάλογο ἀνάμεσα στὸν Ἕλληνα ζωγράφο, γνωστὸ ἀπ’ τὶς φημισμένες τοιχογραφίες τῆς ἐκκλησίας τοῦ Σωτήρα τῆς Μεταμόρφωσης –δείγματα πνευματικῆς δύναμης ἀλλὰ καὶ τραγικῆς ἔντασης– καὶ τὸν Κύριλλο. Ὁ Θεοφάνης ξέρει τὸ βάθος τῆς ὕπαρξης ἀπ’ ὅπου ὁ Θεὸς ἔρχεται «μυστικὰ» κοντά μας, κατέχει μιὰ προσέγγιση τῆς πραγματικότητας διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κυριαρχίας. Σκοπός του σ’ ὅλη του τὴ ζωὴ ὑπῆρξε νὰ ἀνασταίνει, μέσ’ στὸ χρόνο τῆς λειτουργίας, ἔργα ὀμορφιᾶς, ἔργα ποὺ ἤθελε νὰ δείξουν ὣς καὶ τὴν ἀόρατη οὐσία τῶν πραγμάτων. «Κάθε τι ἔχει στὴν οὐσία του κάτι ποὺ ξεφεύγει ἀπ’ τὴν περιγραφὴ» λέει στὸν Κύριλλο, δίνοντάς του ἕναν ὁρισμὸ τοῦ ἅγιου σὰν τὴν στέρηση τῆς μορφῆς. «Ἡ ἁπλότητα χωρὶς στολίδια». Ἀλλά, μὲ τὴ λύπη τοῦ Ἐκκλησιαστῆ ὁμολογεῖ ἕνα εἶδος κούρασης: «ἡ φρόνηση φέρνει τὴν λύπη», «ἡ γνώση μεγαλώνει τὸν πόνο» καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ποὺ προαισθάνεται τὸ θάνατό του, προσκαλεῖ τὸν Κύριλλο νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ζωγραφίσει τὴν ἐκκλησία τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὴ Μόσχα. Ὁ Κύριλλος, ἀπ’ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἀντρόνικοβ ὅπου ζεῖ ὁ Ρουμπλιὸφ ποὺ ζηλεύει, τοῦ προτείνει ἕνα παζάρι δουλικὸ καὶ ματαιόδοξο, ποὺ ὁ Θεοφάνης θὰ ἀποκρούσει: «Θὰ σὲ βοηθήσω ἂν ἔρθεις νὰ μοῦ τὸ ζητήσεις μπροστὰ σ’ ὅλους τοὺς μοναχοὺς καὶ μπροστὰ στὸν Ἀντρέι Ρουμπλιόφ. Τότε θὰ γίνω σκλάβος σου».
Ὁ Θεοφάνης στέλνει ἕναν ἄνθρωπο στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀντρόνικοβ ἀλλὰ αὐτὸς ζητάει τὸν Ἀντρέι Ρουμπλιόφ. Ὁ Κύριλλος πεισμωμένος καὶ φθονερὸς ἀναστενάζει στὸ κελί του, περισσότερο ἐμπνευσμένος ἀπ’ τὴ μνησικακία του παρὰ ἀπὸ μεταφυσικὸ βάθος: «Ὅλα εἶναι ματαιότητα» φορώντας τὴν πραγματικότητα τοῦ μανδύα τῆς ἴδιας του τῆς μηδαμινότητας. Καί, ἐνῶ ὁ Ἀντρέι ἀποχαιρετᾶ τὸν φίλο του («Ἀφ’ ὅτου μοιράζομαι μαζί σου τὸ κελί... δὲν βλέπω τὸν κόσμο παρὰ μὲ τὰ μάτια σου, τ’ αὐτιά σου, τὴν καρδιά σου...»), ὁ Κύριλλος ἐγκαταλείπει τὸ μοναστήρι, ὀνειδίζοντας μὲ λύσσα τοὺς μοναχοὺς καὶ παρωδώντας τὸ θυμὸ τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τῶν ἐμπόρων τοῦ ναοῦ. Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Κύριλλος πλανιέται ἀναζητώντας τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ Θεό, μέσα στὸ ἀδιέξοδο τῆς ζήλειας καὶ τοῦ μίσους ποὺ τὸν ἀπομονώνουν καὶ διαχέουν τὴν ἐσωτερική του ἐνέργεια σὲ ἕνα θνητὸ κύκλο, ὁ Ἀντρέι κοιτάζει τὸν κόσμο μέσα ἀπ’ τὰ μάτια τῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι πάντα τὰ μάτια τοῦ ἄλλου. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη εἶναι πάντα ἀγάπη τῆς ψυχῆς, ἀπαίτηση γιὰ ἀνάπτυξη καὶ πραγμάτωση τοῦ ἄλλου, τοῦ ὁποίου ἔχεις τὴν εὐθύνη, ὁ Ἀντρέι παρατηρεῖ στὸν Φόμα, τὸ νεαρὸ μαθητευόμενο ζωγράφο: «Ψεύδεσαι σὰν νὰ ἀναπνέεις. Δὲν παύεις νὰ λὲς ψέματα. Εἶναι ἀρρωστημένο αὐτὸ σὲ σένα. Πρέπει νὰ ἔχεις μιὰ ἀρρώστια ποὺ σὲ σπρώχνει νὰ λὲς ψέματα χωρὶς νὰ μπορεῖς νὰ τὸ ἐμποδίσεις». Τὸ νὰ λὲς ψέματα εἶναι σὰν νὰ ζεῖς δίπλα στὸν ἑαυτό σου, ἔξω ἀπ’ τὸν ἑαυτό σου, αὐτὸ κόβει τὴ ρίζα κάθε δυνατῆς ἐπικοινωνίας μὲ τὸν ἑαυτό σου, κάθε οὐσιαστικῆς συνάντησης μὲ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν ἄλλο. Ὁ Ταρκόφσκι καταγγέλλει ἐδῶ τὴν σοβαρότητα τοῦ ψεύδους, ὅπως τὸ ἔκανε ὁ Σολτζενίτσιν σὲ σχέση μὲ τὶς κοινωνίες: κινδυνεύει πάντα νὰ μὴν περιορίζεται στὸν τομέα τοῦ λόγου ἀλλὰ νὰ ἔχει τὸν ὁμόλογό του στὸν τομέα τοῦ «εἶναι». Οἱ ψεύτικες κατασκευὲς κινδυνεύουν νὰ περικλείσουν τὸν ψεύτη σὲ ἕνα «ἐγὼ» φανταστικὸ καὶ πλαστό, σὲ μιὰ κατασκευὴ ἑνὸς φανταστικοῦ «ἐγὼ» καὶ μιᾶς περιθωριακῆς ἀτομικότητας, ἀποκομμένης ἀπ’ τὸ σύμπαν. Ὅταν τὸ ψέμα θεωρεῖται ὡς ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅταν ἀγγίζει τὸ στάδιο τῆς μυθομανίας (ἢ τῆς γλώσσας τοῦ ξύλου γιὰ τὶς κοινωνίες ποὺ ρυθμίζονται ἀπὸ ἰδεολογίες), τὸ ὑποκείμενο ἀποκόβεται ἀπὸ τὸ «εἶναι», ἀπὸ κάθε ἐλπίδα νὰ τὸ φθάσει. Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγκόσμια, ἐγεγραμμένη μέσα στὸ «εἶναι», ἕτοιμη νὰ ἀποκαλυφθεῖ σὲ ὅποιον θέλει ν’ ἀνοίξει τὰ μάτια. Ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργεῖ τὴν ἀλήθεια, ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπ’ αὐτήν, ἀπὸ ’κεῖ προέρχεται τὸ αἴσθημα τῆς ἔλλειψης ἐπαφῆς μὲ τὴν πραγματικότητα ποὺ δοκιμάζουν οἱ νευρωτικοὶ ψεῦτες: δὲν μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν, δὲν εἶναι παρὰ ἀληθινὰ φαντάσματα, σκιὲς τοῦ ἑαυτοῦ τους. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴ μεγαλύτερη σημασία ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ θεμελίωση τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, γι’ αὐτὸ ὁ Ἀντρέι ἐπαναστατεῖ ἐνάντια στὴν ὑπαρξιακὴ μυθομανία (ἐκείνη τοῦ Φόμα), τὴ θρησκευτικὴ καὶ ἠθικὴ (αὐτὴ τῶν ἰσχυρῶν τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ δίνουν πίστη στὶς λέξεις, στὰ σύμβολα, στὴ φιλολογικὴ σημασία τοῦ ὅρου, χωρὶς νὰ προειδοποιήσουν τὸν λαὸ ὅτι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα ἀπὸ θρησκευτικὴ ἄποψη εἶναι εἰκονικὴ καὶ ὁδηγεῖ στὸ ἀνεικονικό). Τὸ ἐπεισόδιο τῆς Ἔσχατης Κρίσης θὰ μᾶς δείξει τὸν Ἀντρέι νὰ φθάνει πέρα ἀπ’ τὴν ἀλληγορικὴ ἔννοια τοῦ κειμένου, στὴ μυστικὴ ἔννοια.
Τὸ οὐσιῶδες εἶναι νὰ σημειώνεις τὸ κακὸ ὅπου ὑπάρχει, νὰ μὴν κάνεις λάθος. Ὁ Ἀντρέι ἐξετάζει ἕνα ἑρπετὸ ποὺ πλέει κυματιστὰ μέσα σ’ ἕνα ρυάκι καὶ ἀρχίζει μια συζήτηση μὲ τὸν Θεοφάνη, ποὺ κάθεται στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ. «Ἡ προσευχὴ ἐπιτρέπει στὴν ψυχὴ νὰ φθάσει τὸ ἀόρατο», νὰ ἐξαγνίσει τὴν ὅραση καὶ νὰ ὁδηγήσει στὴν πηγή του, αὐτὸ ποὺ ἐκδηλώνεται στὰ ματια τῆς σάρκας, ἐπιτρέποντας τὴν ἀποκατάσταση τῆς οὐσίας του. Ἡ προσευχὴ ἐπιτρέπει νὰ ἀγγίξουμε τὴν οὐσία ποὺ προηγεῖται κάθε ὕπαρξης, ἔπειτα νὰ δοῦμε τὸ Σύμπαν σὰν τὸ μέσον τῆς αἰώνιας σταθερότητας. Αὐτὸ τὸ νερὸ ποὺ τρέχει, αὐτό τὸ κομμάτι ξύλο, αὐτὲς οἰ πέτρες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ πλαίσιο τοῦ διαλόγου εἶναι μὲ τὸν τρόπο τους μιὰ ἐμφάνιση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μέσ’ στὴν προσευχή, ἡ ψυχὴ ἀγγίζει τὴν πληρότητα τοῦ «εἶναι» καὶ κατανοεῖ πὼς τὸ ἄπειρο τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ὑπερβατικό, βρίσκεται ὡστόσο στὴν ἐσώτατη οὐσία τῶν πραγμάτων. Ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ θὰ φθάσει στὸ ἀνώτατο σημεῖο τῆς πνευματικῆς του τροχιᾶς ὅταν θὰ καταλάβει πὼς ἡ γονιμοποίηση τῆς εὐφυίας ἀπὸ τὴν πίστη, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἐγκόσμια πίστη, ποὺ πολὺ συχνὰ συνοδεύεται ἀπ’ τὴν ὑποκρισία τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου (πρβλ. τὴν «Ἔσχατη Κρίση»: Πρόκειται πάνω ἀπ’ ὅλα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῶν θρησκευτικῶν κατὰ παραγγελία κτιρίων καὶ ὄχι τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅπως δὲν διστάζουμε νὰ βγάλουμε τὰ μάτια τῶν καλλιτεχνῶν ποὺ θέλουν νὰ ἐξυπηρετήσουν ἕναν ἀνταγωνιστὴ ἀδελφό τους...). Θὰ καταλάβει ἀπὸ τὴν ἐπανειλημμένη ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν ὅτι ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ πίστη, δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ εὐφυία. Ἡ προσευχὴ εἶναι τρόπος προσέγγισης αὐτῆς τῆς ἄλλου εἴδους εὐφυίας. Εἶναι ἀποκατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς εἰκόνας. Ὁ Ἀντρέι τὸ προαισθάνεται ἤδη, ὅταν ἀρνεῖται τὴν ἀπαισιοδοξία τοῦ Θεοφάνη ποὺ κουράστηκε νὰ ἀγωνίζεται. Ἐνῶ κοιτάζει νὰ κινεῖται μιὰ μυρμηγκοφωλιὰ κάτω ἀπ’ τὰ πόδια του –ποὺ τοῦ θυμίζει τὸ φθαρτὸ τῆς θνητῆς σάρκας– ὁ Θεοφάνης ἐπικαλεῖται τὴν Ἔσχατη Κρίση: «Σὲ λίγο θὰ καοῦμε σὰν τὰ κεριά». Ὄχι μακριά του, ὁ Φόμα κοιτάζει στὸ χῶμα ἕνα νεκρὸ πουλὶ καὶ ἀνοίγει τὰ σπασμένα φτερά του. «Ὅλα εἶναι ματαιότητα καὶ σκόνη, λησμονιὰ» συνεχίζει ὁ Θεοφάνης «ὅλα εἶναι μιὰ αἰώνια ἀνακύκλωση. Ἂν ξαναρχόταν ὁ Ἰησοῦς θὰ τὸν ξανασταυρώναν. Ὁ Ἰησοῦς μάζευε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς δίδασκε, ἔπειτα τὸ πλῆθος ποὺ δίδασκε τὸν πούλησε».
Ὁ Ἀντρέι δὲν εἶναι χωρὶς ἐλπίδα. Βέβαια «οἱ γυναῖκες εἶναι καταπιεσμένες, εἶναι δυστυχισμένες» διαπιστώνει μὲ πικρία. «Ὁ λαὸς εἶναι ἀμαθὴς» ἀλλὰ ἡ ὁμοψυχία δὲν εἶναι ἀδύνατη. «Ἀρκεῖ νὰ θυμίσουμε στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἔχουν ὅλοι τὸ ἴδιο αἷμα, πὼς εἶναι ὅλοι ἀπ’ τὴν ἴδια γῆ.» Κι ἡ ἑνότητα ἀκόμα μπορεῖ, ἀπὸ θαῦμα, νὰ γίνει. «Συναντᾶμε μέσ’ στὸ πλῆθος ἕνα ἀνθρώπινο βλέμμα καί, ξαφνικά, δὲν εἴμαστε πιὰ μόνοι, νιώθουμε ἀνακουφισμένοι». Ὁ Θεοφάνης, ἐπειδὴ χωρὶς ἀμφιβολία δὲν ἄγγιξε ἀκόμα τὸ ἀνώτατο ἐπίπεδο εὐφυίας τῆς πίστης καὶ τῶν Γραφῶν, τελειώνει μὲ μιὰ διαπίστωση ἀποτυχίας, ἕνα εἶδος τραγικῆς ἀποτυχίας: «Ὁ Ἰησοῦς ἦταν Θεῖος, πανίσχυρος καὶ ὅμως τοὺς ἐγκατέλειψε, καταλογίζοντάς τους ἀδικία καὶ ἀγριότητα». Ἡ σκηνὴ τελειώνει μὲ ἕνα παθητικὸ ὅραμα –πολὺ ρώσικο– τῆς σταύρωσης: στοὺς πρόποδες τοῦ χιονισμένου Γολγοθᾶ σκύβουν ἡ φτώχεια –αἰώνια μᾶς λέει– τοῦ ρώσικου λαοῦ καὶ ὁ πόνος μιᾶς γυναίκας. Ἴσως εἶναι ἡ μόνη σκηνὴ τῆς ταινίας ποὺ ἀφιερώνει ἀποφασιστικὰ σὲ ἕνα ὑπερβολικὸ πάθος, ποὺ κάνει νὰ χάνεται σὲ ἔνταση τὸ μήνυμα ποὺ μεταφέρει... Πάντα συμβαίνει νὰ εἴμαστε πιὸ ’δῶ ἀπ’ τὴ μεταμόρφωση καὶ τὴν ἀνάσταση. Ἀργότερα, στὴν ἐμφάνισή του στὸ λεηλατημένο καθεδρικὸ τοῦ Βλαδιμίρ, ὁ Θεοφάνης ὅμως θὰ γίνει κύριος τῆς σοφίας γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ἀποθαρρυμένου Ἀντρέι: ὁ θάνατος θὰ ἐξαγνίσει τὸ ὅραμά του.
Τὸ ὅραμα τοῦ Ἀντρέι Ρουμπλιόφ, θὰ μεταβληθεῖ κι αὐτὸ μὲ τὴν ἄμεση καί, κατὰ κάποιον τρόπο, ἀθώα ἐμπειρία τῆς εἰδωλολατρείας. Βρισκόμαστε στὸ ἔτος 1408, καὶ τὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἀφηγεῖται («Ἡ Γιορτὴ») προηγεῖται ἄμεσα ἐκείνου τῆς ζωγραφικῆς τῆς Ἔσχατης Κρίσης, ποὺ ἔγινε τὸν ἴδιο χρόνο στὸ Βλαδιμίρ, στὸν Καθεδρικὸ τῆς Κοίμησης. Ὁ Ταρκόφσκι, μὲ εἰκόνες μαγευτικῆς ποίησης, συνοδευόμενες ἀπὸ μιὰ μαγικὴ μουσική, περιγράφει τὴ μεγάλη σλαβικὴ νύχτα, τὴν κρυμμένη ὄψη τῆς τάξης τῆς ἡμέρας. Ὅλα ἄρχίζουν μὲ τὸ τραγούδι τοῦ ἀηδονιοῦ, στὸ βάθος τοῦ ἐξοχικοῦ ναοῦ. Φλόγες χορεύουν στὴν ἐπιφάνεια τῶν νερῶν. Εἶναι τὸ σλάβικο Σάββατο. «Ἔλα», λέει ὁ Ἀντρέι στὸν Φόμα. Δαυλοὶ ποὺ χορεύουν αὐλακώνουν τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας. «Εἶναι μαγεία» λέει ὁ Ἀντρέι. Τὰ γυμνά, χαριτωμένα καὶ κυματιστὰ κορμιά, κινοῦνται μέσ’ στὴ νύχτα, καθὼς ἐπιδίδονται στὴν παράξενη λειτουργία τους. Στὸ θέαμα μιᾶς γυμνῆς νέας γυναίκας, τὰ ροῦχα τοῦ Ἀντρέι ἁρπάζουν φωτιά. Μοναχὸς συνηθισμένος στὴν θεωρητικὴ αὐστηρότητα, διαπιστώνει μιὰ ἐσωτερικὴ ἀναστάτωση: ἡ ἐπιθυμία του θυμίζει τὴν ταπείνωση τῆς σάρκας καὶ τὴ δύναμή της. Ἡ μεγαλόπρεπη λατρεία τῆς μεγάλης Θεᾶς Μητέρας καταργεῖ γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴ λατρεία τοῦ ἀόρατου Πατέρα. Γιατὶ οἱ Ρῶσοι χωρικοὶ δὲν πιστεύουν στὸ Θεό, ἀλλὰ στὴ ζωή, στὴ ζωντανὴ μητέρα Γῆ. Γι’ αὐτούς, οἱ οὐρανοὶ εἶναι πολὺ μακρινοί. Δυὸ ἱεραρχίες διαφορετικῶν ἀξιῶν συγκρούονται. Μιλώντας γιὰ τὸν Ἀντρέι ἕνας χωρικὸς λέει: «Νόμισα ὅτι εἶδα ἕνα μαῦρο ἑρπετὸ» (ἀντεστραμμένος παραλληλισμὸς τοῦ συμβόλου τοῦ κακοῦ, ἀπόηχος τῆς σκηνῆς ὅπου ὁ Ἀντρέι ἐξέταζε κι αὐτὸς μέσ’ στὸ νερὸ ἕνα μαῦρο ἑρπετὸ) καὶ κάνοντας ὑπαινιγμὸ στὴν γοητευτικὴ ἀλλὰ καὶ τυραννικὴ περιέργεια τοῦ Ρουμπλιόφ: «Θέλουν ὅλα νὰ τὰ μαθαίνουν αὐτοὶ οἱ καλόγεροι». Ὁ Ἀντρέι ἀμύνεται καὶ κάνει ἔκκληση σὲ μιὰ μυθολογία καὶ μιὰ δεισιδαιμονία ποὺ σ’ αὐτὸν ἤδη κλονίζονται: «Προσοχὴ στὴν Ἔσχατη Κρίση!». Οἱ χωρικοὶ τὸν κρεμοῦν στὸν σταυρό. «Ὄχι, εἶναι ἁμαρτία», διαμαρτύρεται ὁ Ἀντρέι ποὺ θέλει νὰ ἔχει τὸ κεφάλι κάτω. Ἡ γυναίκα, ποὺ εἶχε κρυφτεῖ, ταραγμένη, μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴ διαφάνεια τῆς ἀφέλειας τὸν ρωτάει: «Γιατί ἤθελες νὰ ἔχεις τὸ κεφάλι κάτω; Θὰ ἦταν χειρότερα» «Αὐτὸ ποὺ κάνετε εἶναι ἁμαρτία» «Γιατί ἁμαρτία; Εἶναι νύχτα ἔρωτα. Εἶναι δύσκολο νὰ ζεῖς μέσα στὸ φόβο» ἀπαντᾶ ἡ γυναίκα ποὺ τὸν φιλᾶ καὶ τὸν ξεκρεμάει. Τέλος, τελικὴ τελετὴ μιᾶς νύχτας ποὺ τελειώνει, οἱ χωρικοὶ ἐναποθέτουν ἕνα ἀχυρένιο ξόανο σὲ μιὰ βάρκα ποὺ φέρει ἕναν πυρσὸ καὶ λίγο λίγο θὰ καταναλώσει τὴν προσφορά. Καί, ἐνῶ ξαναβλέπουμε τὸν Ἀντρέι ποὺ ἐπιστρέφει στοὺς δικούς του νωρὶς τὸ πρωί, ἡ εἰδωλολατρικὴ βάρκα, στὸ κέντρο τῆς ὀθόνης, συγκρούεται μὲ τὴ χριστιανικὴ βάρκα. Ἀνταγωνισμὸς –σπρώχνουν ἡ μία τὴν ἄλλη– καὶ σημεῖο συνάντησης. Ὁ εἰδωλολατρικὸς νατουραλισμὸς ποὺ δοξάζει τὴ συνύπαρξη δὲν ἔρχεται νὰ δώσει κάποιο μάθημα στὶς ὑπερβολὲς ἑνὸς χριστιανισμοῦ τοῦ ὁποίου ἡ λατρεία τῆς ὑπεροχῆς συχνὰ διέπραξε τὸ ἁμάρτημα τῆς περιφρόνησης αὐτοῦ ποὺ εἶναι σάρκα, καὶ τὸ σφάλμα νὰ μὴν σέβεται στοὺς λαοὺς τὸ χρόνο τῆς ἀναγκαίας ὡρίμανσης. Ἔτσι, στὴν ὄχθη, ἐνῶ ἡ βάρκα προχωρεῖ, ἡ ἀστυνομία ἐπιδίδεται σὲ βιαιότητες ἐνάντια σὲ μιὰ γυναίκα ποὺ συμμετεῖχε στὴ γιορτή, στὴ συνέχεια, κι ἐκεῖ ἀκόμα, οἱ καταγγελίες ἑνὸς μοναχοῦ. «Γιατί τὸ κάνουν αὐτό;» ρωτάει ἕνα νέο ἀγόρι. «Γιατὶ δὲν πιστεύουν στὸ Θεὸ» ἀπαντᾶ ἡ μητέρα του... Ἡ κυνηγημένη γυναίκα ξεφεύγει κολυμπώντας, γυμνή, ζωὴ πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴ βία ποὺ ἀσκήθηκε πάνω της, θαλάσσια Εὔα, ποὺ χλευάζει τοὺς βασανιστές της: «Δὲν μπορεῖτε νὰ νικήσετε μιὰ γυναίκα;»
Στὴν ἕκτη εἰκόνα: Ἡ Ἔσχατη Κρίση (1408). Τὸ 1408 πράγματι, μαζὶ μὲ τὸν Μαῦρο Δανιήλ, ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ ἐκτελεῖ στὸ Βλαδιμὶρ τοιχογραφίες πάνω στὸ θέμα τῆς Ἔσχατης Κρίσης. Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης καὶ τῆς πνευματικότητας, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι στὶς τοιχογραφίες, τὴ βυζαντινὴ ἰδέα τῆς τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν διαδέχεται πολὺ καθαρὰ ἐκείνη τοῦ οἴκτου καὶ τῆς συμπάθειας, τῆς ἐπιείκειας. Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο σκηνοθετεῖ ὁ Ταρκόφσκι: τὴ βασανισμένη γένεση μιᾶς νέας γλώσσας, τὸ πέρασμα ἀπὸ μιὰ ρεαλιστικὴ καὶ ἀφελή προσκόλληση στὸ σύμβολο –ποὺ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ τῆς λαϊκῆς θρησκείας– σὲ μιὰ πιὸ ἐξαγνισμένη γνώση, τῆς ἔσχατης κρίσης τῆς ἁμαρτίας.
Ὁ Ἀντρέι, κουρασμένος ἀπ’ τὴν ἀμφιβολία τῆς σκοπιμότητας τοῦ ἔργου του –νὰ ζωγραφίσει τὴν Ἔσχατη Κρίση– καθυστερεῖ στὸ ἐργαστήριό του. Ὁ ἐπίσκοπος θυμώνει μπροστὰ στὴν ἀδράνεια τῶν ἐργασιῶν: 
«Δὲν κάνουν τίποτα».
– Ἀντρέι, Ἀντρέι, λέει ὁ σύντροφός του. Πάρε τὴν Ἔσχατη Κρίση καὶ ζωγράφισέ την.
Π Δὲν μπορῶ. Δὲν θὰ μπορέσω πιὰ νὰ κοιτάξω τοὺς ἀνθρώπους κατάματα μετά.
Π Θὰ κάνεις τοὺς ἐκλεκτοὺς δεξιὰ καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀριστερά, αὐτοὺς ποὺ καταβροχθίζονται ἀπ’ τὶς φλόγες, γιὰ νὰ σᾶς προκαλοῦν φρίκη.
Π Δὲν μπορῶ. Αὐτὸ μοῦ προκαλεῖ ἀηδία. Δὲν ἔχω διάθεση νὰ τρομοκρατῶ τὸν κόσμο.
Π Δὲν ἔπρεπε νὰ δεχτεῖς.
Π Δὲν ἔμαθα ἴσως νὰ ἀναπτύσσω μέσα μου τὴν τιμιότητα.
Ὁ Ρουμπλιὸφ μπορεῖ νὰ ζωγραφίσει μόνο ὅταν γονιμοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ πνευματικὴ αὐθεντικότητα. Ἀρνεῖται τὴ μυστικοπάθεια. Ὁ λαὸς πιστεύει ἀφελῶς στὸ μύθο, τοῦ ὁποίου ἡ συμβολικὴ ἔννοια τοῦ ξεφεύγει ἀλλὰ ἡ κυριολεκτικὴ σημασία τὸν τρομοκρατεῖ, ἀπαγορεύοντάς του κάθε ἀληθινὴ πνευματικὴ πρόοδο. Ὁ Ρουμπλιὸφ εἶναι παγιδευμένος ἀπὸ τὴ συμφωνία ποὺ ἔχει κλείσει μὲ τὸν Μεγάλο Ἡγεμόνα, ἔχει πληρωθεῖ γιὰ νὰ ζωγραφίσει τὴν Ἔσχατη Κρίση ἀλλὰ οἱ τύψεις τῆς συνείδησής του τοῦ ἀπαγορεύουν νὰ τὴν ἐκτελέσει. Ἄλλωστε ξέρει καλὰ ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ἔργου δὲν εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ∙ ὅτι πρόκειται πρὶν ἀπ’ ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Μεγάλου Ἡγεμόνα καὶ ὅτι οἱ μεγάλοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου χρησιμοποίησαν πάντα τὸ θρησκευτικὸ τρόμο σὰ μέσο διακυβέρνησης∙ πὼς αὐτὰ τὰ πλούτη, οἱ πολυτέλειες καὶ οἱ θησαυροὶ τῆς ὀμορφιᾶς στὴν οὐσία δὲν εἶναι παρὰ προσχήματα γιὰ ἀνταγωνισμὸ ἀνάμεσα στοὺς ἰσχυρούς. Ἔτσι ὁ Μεγάλος Ἡγεμόνας βγάζει τὰ μάτια τῶν γλυπτῶν στὸ δρόμο πρὸς τὸ ἐργαστήριο τοῦ ἀδελφοῦ του. Φοβισμένο καὶ τρομακτικὸ κυνηγητὸ στὰ βάθη τοῦ δάσους ὅπου λιγοθυμᾶ τὸ φῶς, πού, μὲ ἕνα εἶδος μεταβατικότητας τῆς εἰκόνας, ἐκπνέουν αὐτὰ τὰ τυφλωμένα καὶ ματωμένα μάτια, γιὰ νὰ ἔρθει νὰ διαλυθεῖ σιγανὰ σὲ μακριὰ νήματα λευκῆς ζωγραφικῆς καθὼς ἑνώνεται μὲ τὸ ρεῦμα τοῦ νεροῦ... Μιὰ παρέμβαση ποὺ θὰ δικαιώσει τὶς ἀντιστάσεις τοῦ Ἀντρέι Ρουμπλιόφ: μὲ λύσσα καὶ ἀπελπισία λερώνει μὲ χρώματα τὸν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας. Ἔπειτα κλαίει. Μαρτυρία τῆς χαμένης ἑνότητας, μετάνοια καὶ συγχρόνως ἱκεσία, τὰ δάκρυα θυμίζουν στὸν ἄνθρωπο τὴ ριζική του ἀδυναμία καὶ συγκλίνουν στὴν ἀνάμνηση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γιὰ νὰ ἀντλήσει παρηγοριά, καινούργια ἐνέργεια καὶ νὰ βρεῖ παρηγοριά, ποὺ εἶναι πάντα ἡ γνώση, ὁ φωτισμὸς μιὰς σκοτεινῆς ζώνης, ὁ Ἀντρέι ξαναγυρίζει στὶς πηγές. Πηγὲς κοσμικὲς (στὸ τέλος αὐτῆς τῆς σκηνῆς, βγαίνει ἀπ’ τὴν ἐκκλησία καὶ ἀγναντεύει τὶς πλατιὲς ἐκτάσεις τοῦ σιταριοῦ, ποὺ δέρνονται ἀπ’ τὸ νερό, ὁ κεραυνὸς μουγγρίζει, τὸ παράξενο συναίσθημα τοῦ τυφλοῦ «εἶναι» αὐτῆς τῆς φύσης ποὺ ἐκτείνεται στὸ ἄπειρο), πηγὲς γραπτὲς («Σέργιε, διάβασε τὶς Γραφές»). Τὸ κείμενο ποὺ διαβάζει ὁ Σέργιος στὴν τύχη εἶναι ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Παύλου πάνω «στὴ γυναίκα, τὴν δόξα τοῦ ἄντρα καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετο», σὰν ἡ γυναίκα νὰ ἦταν μέσον καὶ ὄχι σκοπός, σὰν ἡ μοίρα της νὰ ἦταν ἡ δόξα τοῦ ἄντρα, σὰν ἡ δόξα τοῦ Ρουμπλιὸφ καὶ τῶν ζωγράφων του νὰ ἦταν ἡ δόξα τοῦ Μεγάλου Πρίγκηπα καὶ ὄχι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ κρυμμένος Θεός. Ἡ γυναίκα κλαίει μπροστὰ στὴν κηλίδα τοῦ χρώματος ποὺ βάζει ὁ Ἀντρέι, σημάδι τῆς δουλείας τοῦ ἀνθρώπου ποὺ λυγίζει μπροστὰ στὴ δύναμη, στὸ κακό, σὰν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς μορφοποίησης τῆς Ἔσχατης Κρίσης νὰ ἐρχόταν σ’ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμωμη σύλληψη. Πάντα ἡ ταπείνωση αὐτῆς τῆς γυναίκας, ποὺ εἶναι μιὰ ἀθώα (ποιά θέση θὰ τῆς ἐπεφυλάσσετο τὴ μέρα τῆς Κρίσης;) θὰ ἀκολουθεῖ τὸν Ἀντρέι στὴν διαδικασία του τῆς ἀπομυθοποίησης: «Τὴν ὀνομάζεις ἁμαρτωλή, ἀκόμα καὶ χωρὶς τίποτα πάνω στὸ κεφάλι;»
Στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ ἕκτου πίνακα, ποὺ δίνει τέλος στὴν πρώτη ἐποχή, ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ ἀποδραματοποιεῖ τὴν ἁμαρτία: ὁ Θεὸς εἶναι Ἀγάπη.
Καὶ ἀνάμεσα στὰ γέλια τῆς παιδικῆς ἀθωότητας ποὺ φέρεται καὶ δημιουργεῖται ἀπὸ τὸ «εἶναι» ποὺ εἶναι Ἀγάπη, ὁ Ταρκόφσκι μᾶς ἀφήνει νὰ ἀκούσουμε τὸ κείμενο τοῦ Ἁγίου Παύλου ποὺ θὰ εἶναι ἡ πηγὴ ἔμπνευσης τῶν τοιχογραφιῶν ποὺ ζωγραφιζονται: «Ἀκόμα κι ἂν μιλήσω τὴ γλώσσα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἂν δὲν ἔχω ἀγάπη, θὰ εἶμαι κώδων ποὺ ἠχεῖ κύμβαλο ποὺ ἀντηχεῖ. Κι ὅταν ἀκόμα θὰ ἔχω τὴν πίστη νὰ μεταφέρω βουνά, ἂν δὲν ἔχω ἀγάπη, δὲν εἶμαι τίποτα... Ἡ ἀγάπη ἔχει ὑπομονή, εἶναι γεμάτη καλωσύνη, δὲν ἔχει ζήλεια... Τὸ ψέμα τὴν λυπεῖ, ἡ ἀλήθεια τὴν χαροποιεῖ. Ἡ ἀγάπη δὲν θὰ χαθεῖ ποτέ. Γιατὶ εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ «εἶναι», ἡ ρίζα τοῦ πραγματικοῦ, ἀκόμα καὶ παραγνωρισμένη καὶ ἐμπαιγμένη ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τυφλότητα. Εἰρηνικὸ ὅραμα τῶν πραγμάτων ποὺ ὅμως θὰ κλονιστεῖ στὴ δεύτερη ἐποχή, ὅταν ὁ Ρουμπλιὸφ θὰ δοκιμάσει τὴν ὑπερβολὴ τοῦ κακοῦ, τῶν παράξενων περιπλοκῶν του, ὅταν ὑπερασπίζοντας τὴ ζωή του, θὰ παραβεῖ κι αὐτὸς τὴ μεγάλη ἐντολὴ: «Οὐ φονεύσεις». 
Δεύτερος σταθμὸς τοῦ ὁδοιπορικοῦ τοῦ Ἀντρέι Ρουμπλιόφ, αὐτὴ ἡ δεύτερη ἐποχὴ περιλαμβάνει δύο πίνακες, τὴν «Ἐπιδρομὴ» καὶ τὴν «Καμπάνα». Πρόκειται, ὅσον ἀφορᾶ τὸν πρῶτο, γιὰ τὴ σκηνοθεσία ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ. Πρῶτα ἡ μνησίκακη ζήλεια τῶν δύο ἀνταγωνιστῶν ἀδερφῶν, τοῦ ἑνὸς ποὺ προδίδει τὸν ἄλλο καὶ παραδίδει τὴν πόλη τοῦ Βλαδιμὶρ στοὺς Τατάρους. Τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ τῆς προδοσίας, ἔρχεται ἡ ἀνάμνηση τῆς συμμαχίας ποὺ ὀργάνωσε ὁ μητροπολίτης, ποὺ τοὺς ὅρκισε νὰ ζοῦν στὴν εἰρήνη καὶ στὴν ἀναμονή. Τὴν ἴδια τὴ στιγμὴ τοῦ ἀσπασμοῦ τῆς εἰρήνης, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ τὸ φιλὶ τοῦ Ἰούδα, προχωροῦν καὶ ἐνῶ στέκονται μπροστὰ στὸ σταυρό, τὸν φιλοῦν καὶ δέχονται τὴν εὐλογία, ὁ λαὸς καὶ οἱ εὐγενεῖς χαμογελοῦν χλευαστικὰ μ’ αὐτὴ τὴ βλασφημία. «Σὲ ἀναγνωρίζω, μοιάζεις στὸν ἀδερφό σου. Μᾶς πρόδωσες», θὰ πεῖ λίγο ἀργότερα ἕνας ἀθῶος κατάδικος. Ἔτσι, τὸ Βλαδιμὶρ παραδίδεται. Ἐνῶ παρελαύνει τὸ Ταταρικὸ ἱππικό, ὑψώνεται ὁ καθεδρικός, καὶ μέσα στὸν καθεδρικό, ὅλη ἡ εὐλάβεια τοῦ συγκεντρωμένου κόσμου, σὰν μέσα σὲ μιὰ κιβωτὸ ποὺ βρίσκεται σὲ κίνδυνο. Παρακλητικὲς φωνὲς ἱκετεύουν καὶ ψάλλουν σὲ μιὰ τελευταία λειτουργία, ἐνῶ σὲ τεράστιες δοκοὺς στηρίζονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ Ἡγεμόνα, ποὺ θὰ μποροῦσε ἀκόμα καὶ τώρα νὰ τὰ σταματήσει ὅλα. «Δὲν λυπᾶστε τὸν καθεδρικό;» ρωτᾶ τέλος ὁ Τάταρος ἡγεμόνας ποὺ προσθέτει στὴν ἅλωση καὶ αὐτὴ τὴν αἰσθητικὴ κρίση: «Τὸ Βλαδιμὶρ εἶναι ὡραία πόλη». Ἀλλὰ ὁ Ἡγεμόνας διατάζει νὰ ἀνοιξουν οἱ πόρτες τοῦ καθεδρικοῦ καὶ νὰ ἀρχίσει ἡ σφαγή. Ἔπειτα, μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ χάους, τῆς κόλασης, τῆς Ἀποκάλυψης, τὸ πρόσωπο τοῦ Ἡγεμόνα ζωντανεύει ἀπὸ δαιμονικὴ χαρὰ ποὺ συνοδεύεται ὡστόσο ἀπὸ ἴλιγγο καὶ ἀγωνία, ἐπειδὴ τὸ μῖσος καταστρέφει, ἀκόμα κι αὐτὸν ποὺ κατατρώγει. «Ἡ φωτιὰ τῆς κόλασης θὰ καταβροχθίσει τὰ σπλάχνα σας», φωνάζει ὁ κατάδικος. Ἀλλὰ ὁ Ἅδης εἶναι ἤδη ἐκεῖ, μέσα, τὸν κυνηγᾶ ἡ κάμερα ποὺ διερευνᾶ τὸ βλέμμα καὶ τὰ πονηρὰ σπαρταρίσματα τῶν χειλιῶν. Ἡ Κρίση ἔφθασε ἤδη, τὴν ἔχει ἐκφράσει ἀγνοώντας το, ὁ Ἡγεμόνας, ποὺ δὲν ἐλέγχει τοὺς μορφασμοὺς ποὺ παραμορφώνουν τὸ πρόσωπό του, εἰκόνα καταπατημένη, κατεστραμμένη κι αὐτή. «Θὰ φύγετε καὶ θὰ τὰ ξαναχτίσουμε ὅλα» εἶναι ὡστόσο τὸ τελευταῖο μήνυμα αὐτοῦ ποὺ βασανίζεται ἀποτρόπαια.
Ἂν ὑπάρχει κάποιο κυρίαρχο στοιχεῖο σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο, αὐτὸ εἶναι ἡ νίκη τῆς δημιουργίας, τῆς δημιουργίας πάλι μετὰ τὴν καταστροφή, ἡ νίκη τῆς λύτρωσης πάνω στὴ φθορά, τὸ ὅραμα μιᾶς ἀνθρωπότητας ἀνοιχτῆς στὶς δυνάμεις τῆς ἀνάστασης, τῆς ἀποκατάστασης, ἐνάντια στὴ βασιλεία τοῦ κακοῦ, στὸ ἄπειρο τῆς καταστροφῆς.
Μέσα στὸν λεηλετημένο καθεδρικό, ἡ κάμερα καταγράφει τὴν καταστροφὴ καὶ ἕνα ἀπ’ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ταρκόφσκι εἶναι ὅτι συνδυάζει τὴν διερεύνηση τοῦ πιὸ ἐσώτατου, τοῦ πιὸ καλὰ κρυμμένου μέσα στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, μὲ τὴν φροντίδα νὰ ἐξαντλήσει τὶς καταστάσεις καὶ νὰ τὶς δείξει στὴν πιὸ σφαιρική τους ἄποψη. Ἡ μεγάλη ὀθόνη ἐδῶ τὸν βοηθάει νὰ κατασκευάσει τὶς πανοραμικές του ἀπόψεις μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα μιᾶς κάμερας, νὰ παρευρίσκεται μὲ ἄλλα λόγια στὸ τραγικὸ ἔπος σὰν δειλὸς μάρτυρας, ποὺ θέλει νὰ δείξει τὸ σύνολο καὶ τὴ λεπτομέρεια, τὸ ὅλο καὶ τὸ μέρος. Ἔτσι κάνει τὸν γύρο τῆς καταστροφῆς. Τὰ πτώματα τῶν σφαγιασμένων πιστῶν ζώνουν τὴ γῆ, οἱ πυρπολημένες εἰκόνες (αὐτὲς ποὺ ὁ Ἀντρέι εἶχε τόσο κοπιάσει γιὰ νὰ ζωγραφίσει), τὰ ἱερὰ βιβλία, φύλακες τοῦ ἱεροῦ καὶ τοῦ ὅσιου, καμένα καπνίζουν ἀκόμα μετὰ τὴν βάρβαρη πυρκαγιά. Πιὸ ’κεῖ ἕνας μαῦρος γάτος, παρουσία παράξενη καὶ σιωπηλή, καί, ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια, ἡ ἀθώα ποὺ σώθηκε ἀπὸ τὸν Ἀντρέι –μὲ ἀντίτιμο τὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου– χτενίζει τὰ μαλλιὰ μιᾶς νεκρῆς, μὲ ἀγάπη, ὑπομονὴ καὶ πεῖσμα. Τὰ περιστέρια τῆς νεκρῆς ὁμόνοιας πετοῦν πάνω ἀπ’ τὸ χῶρο τῆς σφαγῆς, ἐνῶ ἀκόμα βασανίζουν καὶ δολοφονοῦν (πρβλ. τὸ θάνατο τοῦ Φόμα ποὺ θυμίζει τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τὴ σκηνὴ τοῦ βασανισμοῦ μὲ τὴν καυτὴ πίσσα). Τότε ὁ Θεοφάνης ἐμφανίζεται στὸν Ἀντρέι («Δὲν εἶσαι νεκρός;») κι αὐτὸς θὰ ξαναρχίσει τὴ συζήτηση ποὺ εἶχε στὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν τίτλο «Τὸ Πάθος κατὰ τὸν Ἀντρέι» καὶ οἱ ρόλοι, οἱ ἀπόψεις, θὰ ἀντιστραφοῦν. Ἡ ἀπαισιοδοξία ποὺ καταπονοῦσε τότε τὸν Θεοφάνη ἔδωσε τὴ θέση της σὲ κάποιο φῶς, σὲ μιὰ πιὸ σφαιρικὴ κατανόηση τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Εἶναι σὰν νὰ γαλήνεψε τὴν ψυχή του ὁ ἥλιος τοῦ θανάτου καὶ ξαναδίνει θάρρος στὸν Ἀντρέι, ποὺ ὑποκύπτει στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀηδία του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.
Σὲ εἶδα στὸν ὕπνο μου, λέει ὁ Ἀντρέι. Σκοτώνουν, βιάζουν, λεηλατοῦν τὶς ἐκκλησίες. Εἶσαι ἤδη νεκρός, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι πιὸ ἄσχημα ἀπὸ σένα. Νύχτα καὶ μέρα δούλεψα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν εἶναι πιὰ ἄνθρωποι. Ἤμουνα τυφλὸς τὴ μισή μου ζωή. Ἔλεγες ἀλήθεια τότε. Εἶδα ἀκόμα κι ἕνα Tάταρο νὰ χαμογελάει. Ἔλεγε: «Ἀκόμα καὶ χωρὶς ἐμᾶς, θὰ ξεσκίζατε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο» (Καὶ δείχνοντας τὴν ἀθώα) «Μόνο αὐτὴ ἀπόμεινε. Δὲν θὰ ζωγραφίσω ποτὲ πιά».
- Γιατί; Ἐπειδὴ τὰ κατάστρεψαν ὅλα; Ἐπειδὴ ἔκαψαν μιὰ ἀθώα! Μὴν ἁμαρτάνεις βαριά. Ὅ,τι ζωγράφισα κάηκε, λέει ὁ Θεοφάνης, κι ὅμως συνέχισα.
Ἀλλὰ ὁ Ἀντρέι ξαφνικά, ὁμολογεῖ τὸ φόνο του: «Ἐπειδὴ σκότωσα ἕναν ἄνθρωπο, ἕνα Ρῶσο».
ΘΕΟΦΑΝΗΣ: Οἱ ἁμαρτίες μας ἐξανθρωπίζουν τὴν ὠμότητα. Μάθε νὰ κάνεις τὸ καλό, ὑπερασπίσου τὸν ἀδύνατο καὶ τὸν ὀρφανό, ἄσκησε τὴ δικαιοσύνη, λέει ὁ Κύριος, μετὰ μποροῦμε νὰ συζητήσουμε. Ὁ Θεὸς συγχωρεῖ.
- Ξέρω ὅτι ὁ Κύριος θὰ συγχωρήσει. Θὰ δώσω τὴ σιωπή μου στὸ Θεό. Δὲν εἶσαι στὸν Παράδεισο;
- Ὁ Παράδεισος δὲν εἶναι ὅπως τὸν φαντάζεστε.
Καί, κοιτάζοντας τὰ συντρίμμια καὶ τὰ λείψανα τὼν ἱερῶν ἔργων ποὺ σκεπάζουν ὅ,τι ἀπομένει ἀπ’ τὸν καθεδρικό: «Ὡστόσο, ὁλ’ αὐτὰ εἶναι ὡραία!» Ἡ εἰρήνη, ὁ θαυμασμός, ἡ ἀγάπη, ξαναγυρίζουν στὰ φωτισμένα, ἐκστασιασμένα πρόσωπα τῶν ζωγράφων. Τὸ χιόνι, σάβανο κάθαρσης, ἔρχεται ἀργὰ νὰ σκεπάσει τὸν τόπο τῆς ἐρήμωσης.
Ὁ Ἀντρέι, ἐνῶ γυρίζει στὸ μαναστήρι τοῦ Ἀντρόνικοβ, τηρεῖ τὴν ὑπόσχεση τῆς σιωπῆς, προστατεύοντας πάντα τὴν ἀθώα ποὺ ἔσωσε. «Τὴν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ ἐξαγνιστεῖ, γιὰ νὰ τοῦ θυμίζει τὸ ἁμάρτημά του» λέει ἕνας μοναχὸς στὸν Κύριλλο ποὺ γυρίζει, σπρωγμένος ἀπ’ τὴν πείνα, σ’ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς τῆς στέρησης. Μαθαίνει γιὰ τὴ διάλυση τοῦ ἐργαστηρίου τοῦ Ἀντρέι, τὴν ἄρνηση τοῦ παλιοῦ του ἀνταγωνιστῆ καὶ ἀποπειρᾶται νὰ κάνει διάλογο μαζί του, ἀλλὰ προσκρούει σὲ ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος σιωπῆς. Ὁ Ἀντρέι ἔχει διαπράξει μεγαλύτερη ἁμαρτία ἀπ’ αὐτόν; Τούτη ἡ σκέψη τὸν κάνει πιὸ συμπονετικό. «Μήν ἀνησυχεῖς», τοῦ λέει ἐνῶ οἱ Τάταροι ἔρχονται νὰ πάρουν τὴν προστατευόμενή του. «Μιὰ ἀθώα εἶναι πάρα πολὺ σοβαρὴ ἁμαρτία». Αὐτὸ θὰ χρησιμεύσει σὰν πρόλογος γιὰ μιὰ πιὸ βαθιὰ ἐπιστροφὴ στὸν ἑαυτό του, μιὰ ἐξομολόγηση ποὺ θὰ γίνει στὸ τελευταῖο ἐπεισόδιο. Περιπλανώμενος στὸ χῶρο ὅπου λειώνουν τὴν καμπάνα, ὁ Κύριλλος ἐξομολογεῖται στὸν Ἀντρέι τὴ ζήλεια του γι’ αὐτόν: «Ὅταν ἔμαθα πὼς δὲν ζωγράφιζες πιά, ἡσύχασα. Ἔνιωσα στὰ βάθη τῆς βρώμικης ψυχῆς μου μιὰ μικρὴ φλόγα χαρᾶς... Εἶσαι κι ἐσὺ μεγάλος ἁμαρτωλός». Μετὰ τὸν ἐνθαρρύνει νὰ ξαναρχίσει τὴ ζωγραφική, ἀκολουθώντας τὴν ἴδια εὐαγγελικὴ προτροπὴ μὲ τὸ Θεοφάνη στὸ προηγούμενο ἐπεισόδιο: ἡ παραβολὴ τῶν ταλάντων δὲν μᾶς διδάσκει ὅτι κάτι μέσα μας πρέπει νὰ πραγματωθεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδώσουμε περισσότερα ἀπ’ ὅσα λάβαμε; Ὁ Κύριλλος, ὁ φθονερὸς μαθητευόμενος, βρίσκεται στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας ὅταν προτρέπει τὸν Ἀντρέι νὰ ἀναλάβει πάλι τὶς δημιουργικές του δραστηριότητες, δείχνοντάς του πώς, γι’ αὐτόν, τὸ νὰ μὴ δημιουργεῖς εἶναι ταυτόσημο μὲ τὸ νὰ ζεῖς στὴν ἁμαρτία.
Ὁ Ταρκόφσκι τοποθετεῖ τὸν τελευταῖο του πίνακα τὸ 1424, δεκαέξι χρόνια μετὰ τὴν «εἰσβολὴ» καὶ τὴ λεηλασία τοῦ Βλαδιμίρ. Στὸ ἐπεισόδιο τῆς καμπάνας ἐπανέρχεται στὸ ἴδιο θέμα∙ νίκη τῆς δημιουργίας ἐπὶ τῆς καταστροφῆς πού, αὐτὴν τὴ φορά, παίρνει τὴ μορφὴ μιᾶς φυσικῆς θεομηνίας, τῆς πανούκλας. Στὸ σπίτι τοῦ μεταλλουργοῦ ἀπομένει μόνο ἕνα παιδί. Πατέρας, μητέρα, ἀδελφή, εἶναι νεκροί. Ἱππότες ὀργώνουν τὴν ὕπαιθρο ἀναζητώντας ἕνα τεχνίτη. Ὁ γιός, ὁ Μπόρις, τοὺς ἱκετεύει νὰ τὸν πάρουν μαζί τους: «Θὰ σᾶς κάνω τὴν καμπάνα. Ὁ πατέρας μου μοῦ ἐξομολογήθηκε τὸ μυστικὸ πρὶν νὰ πεθάνει». Ὁ Ταρκόφσκι μᾶς δείχνει σ’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο –ποὺ ἴσως εἶναι τὸ πιὸ πυκνὸ καὶ τὸ πιὸ πλαστικὰ ὡραῖο– μὲ μιὰ σχολαστικὴ καὶ ἐξαντλητικὴ ὑπομονή, τὴν ἀργὴ γένεση τῆς δημιουργίας, τὴ δύσκολη πραγματοποίηση ἑνὸς ἔργου.
Κατ’ ἀρχὴν ἡ σχολαστικὴ ἀναζήτηση τοῦ χώρου γιὰ τὸ λειώσιμο. Ὁ χῶρος ποὺ διαλέγουν εἶναι ἕνα ὀροπέδιο, πάνω ἀπὸ μιὰ πεδιάδα ποὺ διασχίζεται ἀπὸ ἕνα νωχελικὸ ποτάμι. Ὁ νεαρὸς χύτης ἀνεβαίνει γιὰ νὰ διαλέξει αὐτὸ τὸ χῶρο, ἀνύψωση συμβολικὴ ποὺ θέλει νὰ δείξει ὅτι πρόκειται γιὰ χαμηλὰ ἔργα, τοποθετημένα στὶς ἀνώτερες βαθμίδες τῆς κλίμακας τῶν ἀξιῶν (ἡ «Παιδικὴ Ἡλικία τοῦ Ἰβὰν» ἀρχίζει μὲ μιὰ ἀντίστροφη ἄποψη πραγμάτων ὁ Ἰβὰν εἶναι ἤδη πάνω στὸ ὕψωμα ἀναπνέει τὸ ἄρωμα τῆς ἄνοιξης καὶ ἀκούει τὸν κοῦκκο, τὸ θρόισμα τῆς ἀκέραιας ζωῆς τῆς φύσης, ἔπειτα βυθίζει τὸ βλέμμα του στὶς χαμηλὲς ἐκτάσεις ποὺ θὰ εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ κόλαση). Ἐνῶ γίνονται οἱ ἐργασίες τῆς ἐπίστρωσης, ὁ φακὸς στοχεύει στὴν προσπάθεια καὶ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Μπόρις ποὺ προσπαθεῖ νὰ βγάλει μιὰ ρίζα, ρίζωμα μὲ πλοκάμια ποὺ ἀποκαλύπτουν τὰ μυστικὰ τῆς ἀόρατης ζωῆς, πηγῆς τῆς φανερῆς ζωῆς. Ἔπειτα, ἀκολουθεῖ τὸ βλέμμα τοῦ παιδιοῦ ποὺ ἀποκαλύπτει, σὲ ἑκατὸ περίπου μέτρα, τὸ δέντρο ποὺ εἶναι τὸ βλαστάρι αὐτῶν τῶν ὑπόγειων διακλαδώσεων καί, κατανοώντας τὸ μέγεθος τῆς πρόκλησής του καὶ τῆς δύναμης ποὺ προκαλεῖ τὸ βλέμμα γεμᾶτο ἴλιγγο καὶ θαυμασμὸ ὑψώνεται στὸν οὐρανό, ὣς τὴ φυτικὴ ἀνάπτυξη τῶν κλαδιῶν ποὺ ἀντλοῦν τὸ χυμό τους ἀπ’ τὸ χῶμα, τὴ βαθιὰ καὶ μακρινὴ γῆ: εἰκόνα τοῦ Λόγου, τῆς ἀόρατης αἰτίας, τῆς ὁρατῆς πραγματικότητας. Ὁ μακρινὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ἀντηχεῖ μέσ’ στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ... Ἔπειτα πραγματοποιεῖται ἡ ἀντίστροφη κίνηση. Τὸ ὅραμα ἑστιάζεται καὶ πηγάζει ἀπ’ τὴν κορυφὴ τοῦ δέντρου καὶ «ἀπὸ τὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ» μὲ μιὰ ἐναέρια πτήση, τὸ βλέμμα βυθίζεται στὴν τάφρο ὅπου δουλεύουν οἱ ἄνθρωποι. Μετά, ἔρχεται ἡ ἀναζήτηση τοῦ καλοῦ ὑλικοῦ, τοῦ τέλειου χώματος. Ἡ ἀναζήτηση ὀργανώνεται, ἀπογοητεύει τοὺς ἐργάτες, ποὺ εὐχαρίστως θὰ διάλεγαν τὴν εὔκολη λύση: νὰ χρησιμοποιήσουν τὸ πρῶτο τυχὸν χῶμα. Ὁ Μπόρις ἀπορρίπτει τὸ ἀδιέξοδο («Αὐτὸς ὁ ἄργιλος δὲν κάνει, τὸ ξέρω» «Τέτοιους ἐργάτες δὲν τοὺς θέλω») καὶ ὅταν ὅλα δείχνουν χαμένα γλιστράει καὶ βρίσκει. «Θὰ βροῦμε στὸ τέλος», εἶχε πεῖ. Ὁ Μπόρις ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του, στὶς δημιουργικές του ἱκανότητες καὶ τὰ παίζει ὅλα γιὰ ὅλα. Ξέρει ὅτι τὰ καλὰ ὑλικὰ ὑπάρχουν, πὼς ἀρκεῖ νὰ τὰ ψάξεις, νὰ ἔχεις τὴν ἀναγκαία ὑπομονὴ καὶ ἐνεργητικότητα. Ἀψηφώντας τὴν ῥαθυμία τῶν κουρασμένων καὶ φοβισμένων ἐνήλικων (φόβος τοῦ μαστίγιου, τοῦ τροχοῦ, κλπ.), ὀργανώνει μὲ τὸν δυναμισμό του γύρω του ἕνα ἐργατικὸ πλῆθος, τοῦ ὁποίου ἡ παραμικρὴ κίνηση συντονίζεται στὸ στόχο: νὰ λειώσει ἡ καμπάνα. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ ν’ ἀντισταθεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ὁρμὴ καὶ ποὺ νὰ μὴν ὑποχωρήσει στὶς ἐπιταγὲς τῆς δημιουργίας, ποὺ ὑπαγορεύονται ἀπὸ τὴ δομὴ τῆς ἴδιας τῆς πραγματικότητας. Ὁ Μπόρις φτάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ μαστιγώσει ἕναν ἀνυπότακτο ἐργάτη, ἀλλὰ καὶ νὰ τεθεῖ ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Πρίγκηπα γιὰ νὰ συγκεντρώσει τὸ ἀπαραίτητο χρηματικὸ ποσὸν γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ μίγματος («Ὁ Ἡγεμόνας δὲν πρέπει νὰ τσιγγουνεύεται. Ποιός ἔχει τὸ μυστικὸ τοῦ μίγματος; Ἐσὺ ἢ ἐγώ;»). Ὁ Ἀντρέι εἶναι ἐκεῖ καὶ κοιτάζει τὴ σκηνὴ πάντα σιωπηλός. «Τί μὲ κοιτᾶς; Ἔχασες τὴ γλώσσα σου ἢ κουφάθηκες;» ρωτᾶ ὁ Μπόρις ποὺ ἔχοντας χάσει τὴν ὑπομονή του ἀπὸ τὰ νεῦρα καὶ τὴν κούραση διατάζει νὰ τὸν μαστιγώσουν. Ὁ Μπόρις κατανοεῖ τὸν μυστηριώδη ρόλο τοῦ Ἀντρέι ὅταν τοῦ ζητάει νὰ παρηγορήσει αὐτὸν ποὺ ἔχει τιμωρήσει καὶ ποὺ φωνάζει ἀπ’ τὸν πόνο: «Πήγαινε νὰ τὸν παρηγορήσεις! Αὐτὰ εἶναι γιὰ σένα ποὺ εἶσαι μοναχός». Ἕνα γλυκὸ καὶ λυπητερὸ παράπονο ὑψώνεται ἐνῶ ἕνας κατακλυσμὸς καθαρμοῦ πέφτει πάνω στὴν πεδιάδα... Ἀκολουθοῦν σκηνὲς πυκνῆς καὶ συγκεκριμένης ὀμορφιᾶς, συνοπτικὸ ὅραμα τῶν ἄθλων τεχνιτῶν ἀποφασισμένων. Μιὰ ἀλχημεία μετάλλων ζωντανεύει στὴν ὀθόνη. Οἱ ἄνθρωποι δουλεύουν στὰ πύραυνα, τὰ μυστήρια καὶ ἡ λεπτομέρεια στὴ μεταλλουργία ἀπαιτοῦν μιὰ προσεκτική, ἔντονη ἐπίβλεψη. Τὰ σιδηρουργεῖα φτύνουν τὴ φωτιά, προσθέτουν ξύλο γιὰ νὰ τροφοδοτήσουν τὴ ζωηρὴ ἀνθρακιά. Στὸ σκοτεινὸ φέγγος τοῦ τεράστιου ἐργαστηρίου, οἱ κινήσεις συντονίζονται τελετουργικὰ γύρω ἀπὸ τὴν ἑτοιμασία τοῦ μίγματος. Ὅλα κινοῦνται ρυθμικά, οἱ μοχλοί, οἱ ἀνάσες, οἱ δάδες, οἱ καπνοί, τὸ χύσιμο, προσπάθειες ποὺ ἀνακουφίζει τὸ νερὸ μὲ τὸ ὁποῖο ραντίζονται γιὰ νὰ μπορέσουν ν’ ἀντέξουν τὸ καμίνι. 
Ἡ τελετὴ φθάνει στὴν κορύφωσή της ὅταν ὁ Μπόρις δίνει τὸ σῆμα τοῦ χυσίματος. Δὲν μποροῦμε νὰ μὴ σκεφτοῦμε τὶς ἐργασίες τοῦ Mircea Eliade πάνω στοὺς ἀλχημιστὲς καὶ τοὺς σιδηρουργούς∙ τόσο ἡ ἀναπαράσταση εἶναι ἀκριβής. Ὁ συγκεντρωμένος κόσμος εἶναι παρὼν στὸ πρωτάκουστο θέαμα. Οἱ φοῦρνοι ἀφήνουν νὰ ξεφύγουν ταυτόχρονα πολλὲς φουρνιὲς φλεγόμενης λάβας ποὺ συγκλίνουν πρὸς τὸ χυτήριο, ποταμοὶ μετάλλου ποὺ σμίγει μέσ’ στὴ σιωπή... Ὁ χύτης προσεύχεται. Ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιχείρησης ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ ἢ ὁ θάνατός του. Ὁ χρόνος μοιάζει μετέωρος. Ἡ ὀθόνη εἶναι σιωπηλή, ἀφήνοντας νὰ φανεῖ, παρὰ τὸ μαυρόασπρο, τὸ ἀβέβαιο καὶ σπινθηροβόλο κοκκίνισμα τοῦ ὑγροῦ μετάλλου. Ὁ Ἀντρέι εἶναι ἐκεῖ. Μετά, ὅταν ὅλα τελειώνουν, οἱ ἄνθρωποι κατεβαίνουν πρὸς τὸ χυτήριο, τὸ ἀκροάζονται, τὸ ἐξετάζουν. Ἕνας θόρυβος ἐλαφρὸς καὶ ἀνεπαίσθητος ταυτόχρονα, ἕνα μεταλλικὸ κουδούνισμα, προδίδει ἕνα παραισθητικὸ ἦχο καμπάνας. Οἱ ἐργάτες τὸ χτυποῦν μὲ πασσάλους γιὰ νὰ τὸ ἀποσπάσουν ἀπὸ τὴν ὀπτὴ γῆ-μήτρα του. Ὁ Ἀντρέι, πάντα, κοιτάζει. Ἔχουμε πάλι μιὰ ἄποψη σὲ βάθος: ἡ καμπάνα φαίνεται ἀπὸ ψηλά. Γεννημένη στά ἔγκατα τῆς γῆς πρέπει νὰ ἀνυψωθεῖ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή της, τὸν σκοπό της, ποὺ εἶναι νᾶ βγάλει ἀπὸ τὸ ὑλικό της ὑπόβαθρο τὸν ἄνυλο ἦχο γιὰ τὸν ὁποῖο φτιάχτηκε. Ὑλικὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν λεπτὴ μετουσίωση τῶν πρώτων ὑλῶν ποὺ τὴν ἀποτελοῦν. Καρπὸς τῆς τέχνης, τῆς σκέψης: δημιουργία.
Ἡ ἄργιλλος ποὺ ἀποσπᾶται λίγο-λίγο ἀφήνει νὰ φανεῖ ἕνας μεγαλόπρεπος ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ποὺ σκοτώνει τὸν Δράκοντα: τὸ Καλὸ ποὺ τελικὰ νικάει τὸ Κακό. Καί, σὰν γιὰ νὰ κλείσει τὴ μεταφορὰ ποὺ ἐνυπάρχει σ’ ὁλόκληρη τὴν ταινία, ὁ Ταρκόφσκι μᾶς δείχνει –συμμετρικὰ μὲ τὴν ἀνύψωση τοῦ πρώτου πίνακα– τὴν ἀργή, κοπιώδη, ἀβέβαιη καὶ σὰν θαυματουργὴ ἀνύψωση τῶν τόνων τοῦ μίγματος ποὺ μόλις πῆραν μορφή. Ἀρχικὰ ἡ κάμερα δίνει τὴν μεγάλη ἔκταση τοῦ χώρου κατασκευῆς. Κάτω, στὸ βάθος, ἡ πλατιὰ πεδιάδα ὅπου ἑλίσσεται τὸ ποτάμι. Πίνακας ἑνὸς ρώσου Μπρέγκελ. Ὅλος ὁ λαὸς εἶναι ἐκεῖ. Ὅλοι ἔχουν κινητοποιηθεῖ γιὰ νὰ τραβήξουν τὰ σχοινιὰ ποὺ ἐκτείνονται σὰν ἀκτῖνες ἑνὸς κρυμμένου κέντρου. Κύκλος χωρὶς ὑλικὴ ρόδα ἀλλὰ μόνο τὸ ἀόρατο ἁλώνι τῆς συντονισμένης ἐνέργειας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ κάμερα πλησιάζει τὸν ξύλινο σκελετὸ ποὺ περιβάλλει τὴν καμπάνα καὶ γλυστράει ἀργὰ κατὰ μῆκος τῶν σχοινιῶν ποὺ φτάνουν ὣς αὐτήν. Μὲ σινιάλο, τὸ τρίξιμο τῶν σχοινιῶν καὶ τῶν ξύλων, ποὺ σαλεύουν κάτω ἀπὸ τὴν ἀργὴ ἀλλὰ ἐπίμονη ἕλξη ἀρχίζει, ἐνῶ καθένας στὴ θέση του τραβᾶ μὲ ὅλες τὶς κρυμμένες δυνάμεις του τὸ σχοινὶ ποὺ τοῦ ἀναλογεῖ, συναποτελώντας χωρὶς κἂν νὰ ἔχει σαφῆ καὶ σφαιρικὴ συνείδηση αὐτοῦ ποὺ κάνει, τὴ φτωχὴ καὶ δυνατὴ μυρμηγκοφωλιὰ ποὺ ἀγκαλιάζει σὲ πλάτος τὸ βλέμμα τῆς κάμερας.
Μόλις ὑψωθεῖ, σὰν ἕνας γιγαντιαῖος καὶ μεγαλόπρεπος ἀντεσταμμένος κάλυκας, ἡ καμπάνα πρέπει νὰ εὐλογηθεῖ. Ὁ Μεγάλος Ἡγεμόνας ἦρθε νὰ παρευρεθεῖ στὴν τελετὴ μὲ Ἰταλοὺς φιλοξενούμενους. Βρισκόμαστε στὸ «κουατροτσέντο»∙ ἀκόμα καὶ στὴ Ρωσία! Ἀλλά, στὴν ἐκλέπτυνση τῆς Λατινικῆς Δύσης, ὁ Ρῶσος ξέρει μόνο νὰ ἀντιπαραθέτει χωρὶς ντροπὴ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἔχει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. «Κοίτα ποιὸς τὰ διευθύνει ὅλα ἐδῶ σὲ μᾶς», λέει δείχνοντας τὸ παιδί, σπρώχνοντάς το καὶ λέγοντάς του: «Πήγαινε, ἀνόητε!». Ὁ Ταρκόφσκι ἐπιμένει σ’ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ξέροντας πὼς μὲ ἄλλες μορφὲς ὑπάρχει ἀκόμα καὶ σήμερα... Ὁ παίχτης κινεῖ τὸ γλωσσίδι ποὺ ἀρχίζει νὰ τρίζει σιωπηλά. Οἱ ἀνάσες μένουν μετέωρες, ὁ καιρὸς μοιάζει νὰ τροφοδοτεῖ ἀτέλειωτα τὴν ἀγωνία ποὺ ἀνεβαίνει στὸ λαρύγγι καί, σὰν γιὰ νὰ θυμίζει τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεξε ὁ χύτης, τὸ σχοινὶ εἶναι ἐκεῖ, κάτω ἀπ’ τὴν καμπάνα, ἀλλὰ καὶ μπροστά της, σχοινὶ κρεμάλας. Ἀλλὰ τὸ θαῦμα γίνεται: τὸ γλωσσίδι χτυπάει τὸ μεταλλικὸ τοίχωμα καὶ ἀντηχεῖ, ἦχος ὑπόκωφος, βαθύς, ἐλαστικός, σχεδὸν ἄυλος. Μιὰ ἄλλη διάσταση ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὸν κόσμο: τὸ ἐπέκεινα τῆς ὕλης ἀρχίζει νὰ ψάλλει. Μιὰ μεγάλη τοιχογραφία κλείνει τὸ ἐπεισόδιο τοῦ μόχθου: τὸ βράδυ πέφτει πάνω στὸ τεράστιο ἐρημωμένο ἐργοτάξιο, τὰ παρατημένα σχοινιὰ κρέμονται στὸ χῶμα, ἁπλὰ μέσα ποὺ ἔχουν πλέον ἐκπληρώσει τὸν προορισμό τους, ἔχοντας χρησιμοποιηθεῖ γιὰ ἕνα σκοπὸ ποὺ τὰ ξεπερνάει, ὅπως συμβαίνει γιὰ κάθε τι τὸ ὑλικὸ καὶ ὠφελιμιστικό. Στὸ κέντρο τοῦ πίνακα, τὸ ἔμβλημα αὐτοῦ τοῦ ἀντιφατικοῦ καὶ σκληροῦ κόσμου: ὁ τροχός, ὄργανο μαρτυρίου καὶ ὑποταγῆς∙ καὶ ἐνῶ ὁ λαὸς λυγίζει κάτω ἀπ’ τὸ ζυγὸ τῶν μεγάλων, ὑποκλινόμενος στὸ πέρασμά τους, ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ ἀναγεννᾶ τὴ λέξη, τὸ λόγο. Παρηγορώντας τὸν Μπόρις, τοῦ προτείνει μιὰ δημιουργικὴ συνεργασία: «Θὰ πᾶμε στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Τριάδας. Θά ’ναι καλά... Θά ’ναι καλά... Ἐσὺ θὰ λειώνεις καμπάνες κι ἐγὼ θὰ ζωγραφίζω εἰκόνες».
Καὶ πάλι, ἡ λέξη γίνεται σάρκα, ὁ Λόγος ἐνσαρκώνεται. Ὁ Θεὸς θὰ δοξαστεῖ, τὸ Εἶναι θὰ κάνει τὸ μηδὲν νὰ ὑποχωρήσει. Ὁ κόσμος γίνεται πολύχρωμος. Ἡ ὀθόνη παίρνει χρῶμα καὶ ἐνῶ ὑψώνονται ἑορταστικοὶ λειτουργικοὶ ψαλμοί, κόκκινα καὶ πορτοκαλιὰ χρώματα παρελαύνουν κάτω ἀπὸ τὰ μάτια μας, κομμάτια μιᾶς μεγαλόπρεπης εἰκονογραφίας. Νά ὁ σταυρός, χρώματα μαῦρα, ἄσπρα, χρυσά, σημεῖο δόξας καὶ φωτὸς μιᾶς παράδοσης ποὺ ξεκινάει ἀπ’ τὸ Βυζάντιο. Πορφυρὰ χρώματα. Νά ὁ Χριστὸς ἀνεβασμένος στὸν ὄνο, βαδίζει πάνω στὰ ἐνδύματα τῶν πιστῶν τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ, ὁ Χριστὸς στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν: πρῶτα τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, ἡ βάση τῆς ἐπίγειας ὑπόστασής του, ἔπειτα ἡ κάμερα ὑψώνεται καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ Πρόσωπο. Γύρω, σκορπισμένοι οἱ μαθητὲς κοιμοῦνται. Ἀλλὰ τὸ περιστέρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἐκεῖ, ἄφθαρτο. Ἔπειτα ἔρχεται, μὲ μιὰ γενικὴ χρονολογικὴ ἀταξία, ἡ γέννηση: ἡ φάτνη, ἡ Παρθένος, τὸ γαϊδουράκι καὶ τὸ βόδι. Καὶ τώρα τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ, ἡ ἔκκληση γιὰ μετάνοια, ἡ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ. Ἀρνάκια. Τρεῖς γαλήνιοι ἄγγελοι, γαλάζιοι, χρυσοὶ καὶ πορφυροί, καθισμένοι στὸ τραπέζι τοῦ Ἀβραάμ, συμβολίζοντας, κατὰ τὴ βυζαντινὴ τεχνοτροπία, τὴν Ἁγία Τριάδα. Καί, ἐνῶ ὁ κεραυνὸς ἀντηχεῖ μέσ’ στὰ σύννεφα, ὁ Θεὸς Πατέρας μὲ τὸ αἰνιγματικό του βλέμμα ἔρχεται νὰ κλείσει αὐτὴν τὴν παρέλαση εἰκόνων. Τὰ χρυσάφια τῆς Θείας δόξας κάνουν τόπο σὲ μερικὲς μαυρόασπρες εἰκόνες ποὺ ἔρχονται νὰ περιβάλλουν τὴν ταινία: εἰκόνες πλαίσια, σύνορα ποὺ κλείνουν τὴν παρένθεση τοῦ ἠθικοῦ καὶ πνευματικοῦ δράματος τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ καταρρακτώδης καθαρτήρια βροχὴ ἔρχεται πάλι, σὰν γιὰ νὰ πλύνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, νὰ δείρει τὰ πλευρὰ τῶν ἀλόγων τῆς ἀθωότητας... 
Ἂν μιὰ Ἀναγεννητικὴ κίνηση κατόρθωσε νὰ ζωογονήσει τὸν 14ο καὶ τὸν 15ο αἰώνα τὴν ἀναγεννημὲνη στὶς τέχνες καὶ στὰ γράμματα Ρωσία, χάρη στὶς ἀκούραστες προσπάθειες μερικῶν φλογερῶν «ἐκπολιτιστῶν», ἂν ὁ λαϊκὸς πολιτισμὸς μπόρεσε νὰ ἀναγεννηθεῖ ἀπ’ τὴν τέφρα του μὲ ἕνα αὐθόρμητο κίνημα κοινωνίας ἀνάμεσα στὴν κουλτούρα καὶ τὴ θρησκεία ὅπως δείχνει αὐτὴ ἡ ταινία, ποὺ βάζει ἐπὶ σκηνῆς τὸ Θεοφάνη τὸν Ἕλληνα –ποὺ ἀπαγγέλει ἄλλωστε Ἐπιφάνη τὸν Φιλόσοφο καὶ Ἄγιο Σέργιο– τὸν Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ καὶ τὸν Μαῦρο Δανιήλ, τοὺς μαθητές του ποὺ κι αὐτοὶ ἔχουν τὴ δική τους σχολή, ὅλο αὐτὸν τὸν κόσμο τῶν πλανόδιων μοναχῶν καὶ καλλιτεχνῶν ποὺ συνδέονται μὲ μιὰ πνευματικὴ παράδοση καὶ τὴν μεταδίδουν, γιατὶ ἡ Ρωσία τοῦ 20οῦ αἰώνα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀπορρίψει τοὺς προδρόμους της, καὶ νὰ τροφοδοτηθεῖ καὶ πάλι ἀπ’ τὶς ρίζες της, ἀναζωογονώντας τὴ μνήμη της μ’ ἕνα κίνημα ἀνάστασης. Γιατί νὰ μὴν ξανακτίσουν πάνω στὰ ἐρείπια τῶν ἀνθρώπινων, φυσικῶν, πολιτιστικῶν καὶ πνευματικῶν σφαγῶν ποὺ κατέκλυσαν τὴ Ρωσία τοῦ ἀιώνα μας, γιατί νὰ μὴν ἀναζητηθεῖ ξανὰ τὸ νῆμα ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε πάλι τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν λαὸ καὶ θὰ τοῦ ξανάδινε τὴ γεύση τῆς δύσκολης καὶ τῆς ἀπαιτητικῆς ἀλήθειας; Αὐτὴ εἶναι ἡ προτροπὴ τοῦ συγγραφέα, ποὺ ἀναπτύσσει μὲ ἀκόμα πιὸ σαφὴ τρόπο στὸν Stalker. 
Ἀπὸ ἄποψη αἰσθητικῆς, ἂν ἡ τεχνοτροπία ποὺ χρησιμοποιεῖται σ’ αὐτὴν τὴν ταινία εἶναι ἕνας δειλός, μολονότι ποιητικὸς καὶ λυρικὸς ρεαλισμός, εἶναι πραφανὲς ὅτι ὁ Ταρκόφσκι βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες τοῦ Ζνταναβισμοῦ, τοῦ κοινωνικοῦ ρεαλισμοῦ. Βέβαια μᾶς μιλάει γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ γιὰ τὴ συλλογική του διάσταση, γιὰ τὴ δύσκολη σχέση του μὲ τὸν ἄλλο, μᾶς μιλάει γιὰ μόχθο, λιγότερο ὅμως γιὰ ποσοτικὴ καὶ περισσότερο γιὰ ποιοτικὴ παραγωγή, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ δείχνει –καὶ ποὺ εἶναι ἀφόρητο γιὰ ἕναν ἰδεολόγο μαρξιστὴ– εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ τίποτα χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς παραμένει κρυμμένος γιὰ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς κατάλληλους δρόμους γιὰ νὰ τὸν βροῦν, δὲν ὑπάρχει, δὲν θὰ ὑπάρξει ποτὲ ἐπίγειος παράδεισος... Ἡ εἰδωλολατρεία τῆς εὐτυχίας, ποὺ τόσο λυμαίνεται στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση ὅπως παρατηροῦσε ὁ συγγραφέας τὸν ἴδιο χρόνο στὶς Κάννες, μπορεῖ νὰ συνυπάρξει μόνο μὲ τὰ «Ἀπάτητα Ὕψη» γιὰ τὰ ὁποία μιλάει ὁ Zinoviev… Ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ θέλει νὰ ζωγραφίζει εἰκόνες, δρόμο, ὁδὸ πρόσβασης στὸ ἀρχέτυπο, μὲ τὸν στοχασμὸ καὶ τὴν προσευχὴ τῆς καρδιᾶς, δὲν θέλει νὰ δημιουργεῖ ὁμοιώματα, ψεύτικα ἀντίστοιχα κατασκευάσματα. Στὶς πολὺ ὑψηλὲς ἐποχὲς τῆς ζωῆς τοῦ πνεύματος, ἡ τέχνη ἐμπνεόταν πάντα, μπολιαζόταν πάντα ἀπ’ τὸ ἱερό: ἴχνη, χαρακτηριστικά, ἀμυδρὰ σημάδια τοῦ ὑπερβατικοῦ, σημεῖο ἐπαφῆς ὅπου τὸ ὑποκείμενο καὶ τὸ Εἶναι συναντῶνται καὶ γίνονται ἕνα. Μὲ τὴ συνείδηση στοιχειωμένη ἀπὸ τὴ νοσταλγία τοῦ Θείου, ἀναζητώντας τὴν κρυμμένη ὄψη τῶν πραγμάτων καὶ τὸ ξεχείλισμα τοῦ νοήματος, ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ κάνει νὰ ἀναδύεται ἐδῶ κι ἐκεῖ ἡ παρουσία τῆς σχέσης πού, μόνη αὐτή, θεμελιώνει καὶ ἐξαγνίζει τὴν τέχνη. Ἀκούγοντας τὴ βροντώδη σιωπὴ τῶν θείων ἐνεργειῶν, ὁ μοναχὸς διαβλέπει τὸ φῶς ποὺ ἐκπέμπει τὸ ἀόρατο, τὸ ἐρευνητικὸ βλέμμα τοῦ δημιουργήματος κοιτάζει τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ συλλάβει τὸ μυστικὸ τῆς ἴδιας του τῆς προέλευσης καὶ τὴν ταυτότητα τῆς ἀληθινῆς του φύσης. Ὁ ζωγράφος τῶν εἰκόνων ξέρει νὰ διακρίνει μέσα στὴ δημιουργία τὸν ἀντικατοπτρισμὸ τοῦ ἀδημιούργητου Θείου φωτός, καί, σὲ κάθε πλάσμα, σὰν ἕναν καθρέφτη τοῦ Θείου προσώπου (ἀπὸ ’κεῖ προέρχονται οἱ δισταγμοὶ τοῦ Ρουμπλιὸφ νὰ ζωγραφίσει σύμβολα ποὺ προκαλοῦν τρόμο, ὁ οἶκτος του γι’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ξέρουν, τοὺς εἰδωλολάτρες χωρικούς, τὴν ἀθώα κοπέλλα). Ἀλλὰ ἡ πρόσβαση στὸ Φῶς ἐπιφυλάσσεται σ’ αὐτὸν ποὺ ἐξαγνίζει τὴν καρδιά του, μετανοεῖ, συγχωρεῖ, προσεύχεται. Εἶναι ἀπαγορευμένο στὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι ὑποταγμένος στὰ πάθη του (Κύριλλος), ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν του. Μᾶς δείχνεται ἐδῶ ὁ Δρόμος, μᾶς ὑπενθυμίζεται ἡ ὁδὸς τῆς ἐλπίδας: ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἐξαρτᾶται νὰ δημιουργήσει ἕναν ἀνθρώπινο κόσμο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξανθρωπιστεῖ, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ πλησιάσει τὸν Θεό, νὰ Τὸν θυμηθεῖ. Ἀπεικόνιση τοῦ κεντρικοῦ δόγματος τοῦ Χριστιανισμοῦ, νὰ μάθει τὴν ἐσώτατη καὶ πλήρη ἕνωση τοῦ Θείου καὶ τοῦ ἀνθρώπινου, χωρὶς σύγχυση καὶ διχασμό. Τὸ κακὸ εἶναι καρπὸς τοῦ διαζυγίου ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ὀντολογική του πηγή. Μὴ θυμούμενος πιὰ τὸ «εἶναι», τρέχει πρὸς τὸ χαμό του, καταστρέφει, κάνει νὰ βασιλεύουν τὸ Χάος καὶ τὸ Μηδέν. Ὡστόσο πάντα ἡ Λύτρωση εἶναι δυνατή (Κύριλλος), ὁ οἶκτος ποὺ ἐπανορθώνει (ὁ νάνος ποὺ χαίρεται μὲ τὴν δυνατότητα ποὺ τοῦ δίνει ὁ Κύριλλος νὰ τελειώσει τὴ ζωή του στὸ μοναστήρι ποὺ εἶχε καταραστεῖ). Ἡ Ἔσχατη Κρίση ἐπανορθώνει ὁριστικὰ τὸν χρόνο, σὲ τόπο τῆς ἀνθρώπινης μεσολάβησης. Ἐδῶ εἶναι θετικός: διασώζει τὴν πορεία, τὰ παραστρατήματα. Ἡ μετάνοια καὶ ἡ συγγνώμη ἀποκαθιστοῦν τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους (Κύριλλος, ὁ δήμιος), ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ προσπάθεια κάνουν τὴ ζωὴ νὰ ἀποδίδει καρπούς. Ὁ Ἀντρέι Ρουμπλιὸφ μᾶς θυμίζει πὼς ὑπάρχουν κανόνες στὴ ζωὴ τοῦ πνεύματος, πὼς ὅλοι οἱ δρόμοι δὲν εἶναι οἱ ἴδιοι, καὶ ὅτι τὸ νὰ βρεῖς τὸν Δρόμο προϋποθέτει ἄσκηση, τὴν εὐλαβικὴ ἀνάμνηση αὐτῶν ποὺ προηγήθηκαν καὶ μᾶς μετέδωσαν μιὰ παράδοση ποὺ μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς ζωογόνησε. Αὐτοὶ οἱ νόμοι τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῶν ὁποίων ἡ παράβαση δημιουργεῖ ὅλη τὴν ἀταξία ἀπὸ τὴν ὁποία ὑποφέρουμε, εἶναι ὅρος τῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ μᾶς τοῦ τελικοῦ ἀμήν: ἡ ἀνθρώπινη ὑπόσταση μπορεῖ νὰ ζήσει μόνο ὅταν εἶναι ἀνοιχτή. Πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχει τὴν ἀνάμνηση καὶ τὴν κατανόηση τοῦ Ὑπερβατικοῦ, μόνη ἐγγύηση τοῦ ἀνοίγματος...
Ἀντίθετα στὴ σύγχρονη πεποίθηση πὼς ὅλα εἶναι πολιτικὴ ἢ οἰκονομία –πεποίθηση ποὺ ἔκανε τὶς κοινωνίες μας χώρους κλειστοὺς καὶ ἀπελπισμένους– ὁ Ταρκόφσκι, ἐντελῶς ὁλοκληρωτικὰ θεωρεῖ τὴν πλήρη πνευματικὴ πραγματικότητα σὰν εἰδικὴ ἀνθρώπινη διάσταση. Διαβεβαιώνει ἐνάντια σ’ ὅλους τοὺς ἀγοραίους μηδενισμοὺς τοῦ σύγχρονου κόσμου, πὼς ἀρκεῖ νὰ ὀξύνεις τὸ βλέμμα σου καὶ νὰ ζωογονήσεις τὴν καρδιά σου γιὰ νὰ διακρίνεις ὅτι μόνο τὸ Εἶναι ὑπάρχει καὶ ὅτι ποτὲ τίποτα δὲν θὰ μπορέσει νὰ μεταβάλλει αὐτὸ τὸ γεγονός. 
Πρώτη έντυπη δημοσίευση, στα ελληνικά, περιοδικό ῾Οδός Πανός῾ τχ. 49, Απρίλιος 1990.
Ευχαριστίες στον Βασίλη Μούσκουρη για την πληκτρογράφηση.
πηγή: Aντίφωνο

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Τί εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου


Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος μιλάει γιὰ τοὺς σκοπούς τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ, ἀναλύοντας τὶς θέσεις τῶν Πατέρων περὶ τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Χριστοῦ.
parembasis

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ, ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ (BULLYING) ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ

Χριστούγεννα 2016. Ἔχουν παρέλθει ἔξι (6) μῆνες ἀπό τήν σύγκληση τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016) καί ὁ διωγμός τῶν ἀνά τόν κόσμον Ὀρθοδόξων ἀπό τούς Οἰκουμενιστές καλά κρατεῖ. Οἱ τελευταῖοι, βεβαίως, ἐφαρμόζουν τό 22ο ἄρθρο τοῦ οἰκουμενιστικοῦ κειμένου ««Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»[1], πού λέει ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας».

  1. Ὁ αἱρετικός χαρακτῆρας τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης
Κατά τήν ταπεινή, προσωπική μας ἄποψη, ἀλλά καί πολλῶν ἄλλων ἐγκρίτων Ἱεραρχῶν καί θεολόγων, ἡ διευρυμένη Σύναξη τῶν 10 ἀπό τούς 14 Προκαθημένους τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, πού συνεκλήθη στήν Οἰκουμενιστική Ἀκαδημία τῆς Κρήτης, στό Κολυμπάρι Χανίων, ἀπό τίς 16 ἕως τίς 27 Ἰουνίου 2016, ἀποδείχθηκε ὅτι δέν εἶναι οὔτε Ἁγία, οὔτε Μεγάλη, οὔτε Σύνοδος, ἀλλά μία ληστρική, ἀντορθόδοξη, αἱρετική καί οἰκουμενιστική ψευδοσύνοδος, ἡ ὁποῖα διοργανώθηκε κατά τά πρότυπα τῆς Β΄ Βατικάνειας ψευδοσυνόδου. Διότι, ὅπως φάνηκε α) ἀπό τήν παρουσία αἱρετικῶν παρατηρητῶν στήν ἔναρξη καί τήν λήξη τῆς λεγομένης «Συνόδου», β) ἀπό τά τελικά ἐπίσημα κείμενα, ἰδίως ἀπό τό κείμενο «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», πού υἱοθετήθηκαν ἀπό τήν ψευδοσύνοδο, καί γ) ἀπό τό οἰκουμενιστικό πνεῦμα, πού κυριάρχησε σ’αὐτήν, θεσμοθέτησε, νομιμοποίησε καί ἐπισημοποίησε μέ «συνοδική ἀπόφαση» τήν παναίρεση τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὡς ἐπίσημη καί νόμιμη γραμμή καί διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζοντας ἐκκλησιαστικότητα, ἀποστολική διαδοχή, ἱερωσύνη, Χάρη καί μυστήρια στούς αἱρετικούς Παπικούς, Προτεστάντες καί Μονοφυσίτες, καί υἱοθετώντας τίς κακόδοξες, πλανεμένες, αἱρετικές καί οἰκουμενιστικές ἀρχές τῆς «βαπτισματικῆς θεολογίας», δηλ. τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν, τῆς θεωρίας τῶν «κλάδων», τῆς «ὀρατῆς καί ἀοράτου Ἐκκλησίας», τῆς «Μιᾶς καί Διηρημένης Ἐκκλησίας», τῆς ἁρχῆς τῆς περιεκτικότητας ἀντί τῆς ἀποκλειστικότητας καί τούς μικτούς γάμους μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν[2], ἐνῶ παράλληλα ἐπεκύρωσε τήν παραμονή καί συμμετοχή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στούς ἀτέρμονες, ἀντιπατερικούς, ἀτελέσφορους καί ἀλυσιτελεῖς συγχρόνους οἰκουμενιστικούς διαλόγους καί στό παμπροτεσταντικό Παγκόσμιο Συμβούλιο «Ἐκκλησιῶν» ἤ καλύτερα Αἱρέσεων καί πλανῶν, ἐκτιμώντας θετικῶς τά ἀπαράδεκτα, ἀντορθόδοξα καί στρεβλωτικά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, ἐπαίσχυντα καί ἀπορριπτέα κείμενά τους. 
  1. Ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ ἁγίου Ἰουστῖνου Πόποβιτς
Ἐπιβεβαιώνεται, ἑπομένως, ὁ προφητικός λόγος τοῦ συγχρόνου Σέρβου ἀντιοικουμενιστοῦ ἁγίου καί τρανοῦ διδασκάλου τῆς Οἰκουμένης ὁσίου Ἰουστῖνου Πόποβιτς, ὁποῖος τό 1971 ἔλεγε : «Καί εἰς τό τέλος, τέλος, τί δύναται νά περιμένῃ κανείς ἀπό μίαν τοιαύτην Οἰκουμενικήν Σύνοδον; Ἕν, καί μόνον ἕν : σχίσματα καί αἱρέσεις καί διαφόρους ἄλλας συμφοράς»[3]. 
  1. Χαρακτηριστικό τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης ἡ ληστρικότητα
Κύριο γνώρισμα τῆς ὑπό μιᾶς μειοψηφίας οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων συγκλήσεως τῆς Κολυμπαρίου ψευδοσυνόδου, πού ἀπετέλεσε δεκανίκι τοῦ Σιωνισμοῦ, τῆς Μασονίας, τοῦ Βατικανοῦ καί τῆς Ἀμερικῆς, ὑπῆρξε ἡ ληστρικότητα. Ἡ ἐν Κρήτῃ ψευδοσύνοδος ὑπῆρξε πιστό ἀντίγραφο, ἀπομίμηση καί συνέχεια τῶν ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ γενομένων ληστρικῶν συνόδων, ὅπως τῆς Δρυός (403), τῆς Ἐφέσου (449), τῆς Ἱερείας (754) καί τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-9). Ὅπως σ’αὐτές οἱ ἀνά καιρούς αἱρεσιάρχες, μέσα σέ ἀτμόσφαιρα πρωτοφανῶν πιέσεων, βίας καί τρομοκρατίας, προσπάθησαν νά ἐπιβάλουν τήν θέλησή τους, ἔτσι ἔγινε καί στήν ἐν Κρήτῃ ληστρική ψευδοσύνοδο ἀπό τῆς πλευρᾶς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί τῶν σύν αὐτῷ. Οἱ ληστρικές αὐτές σύνοδοι ἀποτελοῦν «κόλαφο σ’ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία», κατά τόν χαρακτηρισμό, πού ἀπέδωσε ὁ ἅγιος Πάπας Ρώμης Λέων, στήν ληστρική σύνοδο τῆς Ἐφέσου[4]. Ἀν καί οἱ ληστρικές αὐτές σύνοδοι συνεκλήθησαν ὡς Οἰκουμενικές, δέν ἐπεβλήθησαν ποτέ ὡς τέτοιες στήν γρηγοροῦσα συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, παρά τήν ἀμέριστη πολιτική καί ἐκκλησιαστική συμπαράσταση γιά τήν ἐπιβολή τῶν ἀποφάσεών τους. Δυστυχῶς, αὐτό τό κλίμα τῶν πιέσεων, τῆς βίας καί τῆς τρομοκρατίας ἐπεκράτησε πρίν, κατά τή διάρκεια καί ἐπικρατεῖ καί μετά τήν λεγομένη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης.
4. Προσπάθεια φιμώσεως τῶν ἁγωνιστῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν
Ἡ προσπάθεια καταναγκαστικῆς καί φασιστικῆς ἐπιβολῆς τῶν αἱρετικῶν ἀποφάσεων τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης φάνηκε, μεταξύ ἄλλων, καί λίαν προσφάτως, πρῶτον, ἀπό τήν ἀποστολή ἀντικανονικῆς καί ἀπειλητικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου[5] πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο Β΄, μέ τήν ὁποία ζήτησε τήν ἐπιβολή ἐπιτιμίων στούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολῖτες Καλαβρύτων κ. Ἀμβρόσιο καί Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στόν Ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, καί τούς σύν αὐτῷ ὁμόφρονες κληρικούς καί λαϊκούς, ἐπειδή ὀρθῶς, κανονικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς διαφωνοῦν καί ἀντιδροῦν μέ τίς ἀποφάσεις τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης, καί δεύτερον, ἀπό τήν ἀποστολή ἀπειλητικῶν ἐπιστολῶν τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου[6] πρός τούς Αἰδεσιμολογιωτάτους Πρωτοπρεσβυτέρους π. Θεόδωρο Ζήση καί π. Νικόλαο Μανώλη, γιά τόν ἴδιο λόγο. Καί οἱ τρεῖς ἐπιστολές εἶναι ἀπό κάθε ἄποψη ἀπαράδεκτες, συκοφαντικές, ψευδεῖς, ἀνυπόστατες, καί κατάπτυστες, καί κανονικά θά ἔπρεπε νά ἐπιστραφοῦν πίσω στούς ἀποστολεῖς τους. Μ’αὐτές ἐκτίθενται σοβαρότατα καί ἀνεπανόρθωτα τόσο ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὅσο καί ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος.
  1. Ἔλλειψη θεολογικῶν καί ἐπιστημονικῶν ἐπιχειρημάτων
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ κ.κ. Βαρθολομαῖος καί Ἄνθιμος, μή μπορώντας νά ἀντιμετωπίσουν τούς ἀντιφρονοῦντες μέ ἐπιστημονικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα, καταφεύγουν στήν γνωστή τακτική τῶν οἰκουμενιστῶν τῆς σπιλώσεως διά τῆς συκοφαντίας προσώπων καί τῆς ἀπειλῆς μέ ἐπιβολή ἐπιτιμίων, σέ περίπτωση μή συμμορφώσεώς τους.
  1. Ἡ συνοδική ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου Βουλγαρίας τινάζει στόν ἀέρα τήν ψευδοσύνοδο
Ὁ κ. Βαρθολομαῖος εἶναι πολύ θορυβημένος μέ τήν συνοδική ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου τῆς Βουλγαρίας[7], ἡ ὁποία ἀπέρριψε καί κατεδίκασε τήν λεγομένη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης πρωτίστως γιά θεολογικούς, δογματικούς καί ἐκκλησιολογικούς λόγους καί δευτερευόντως γιά λόγους ὁμοφωνίας καί διαδικασίας. Αὐτή ἡ ἀπόφαση τίναξε στόν ἀέρα τήν ἐγκυρότητα τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Ἄν μάλιστα προσμετρηθεῖ ὅτι κατά πᾶσα πιθανότητα ἀναμένεται ἡ λήψη παρομοίων συνοδικῶν ἀποφάσεων ἀπό τά Πατριαρχεῖα τῆς Γεωργίας, τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Ρωσίας, ἡ λεγομένη «Σύνοδος» τῆς Κρήτης ἀποσυντίθεται εἰς τά ἐξ ὧν συνετέθη, καί ὁ κ. Βαρθολομαῖος λογίζεται ὡς ὁ κύριος ὑπεύθυνος τῆς μεγάλης ἀποτυχίας καί τῆς ἀνεπανόρθωτης διάσπασης, πού ἐπέφερε καί ἐπιφέρει στην Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
  1. Οἱ πρόσφατες ἐξελίξεις στήν Ἑλλαδική Ἱεραρχία
Ὡς ἐκ τούτου ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἀνησύχησε ὑπερβαλλόντως, ὅταν ἔμαθε πώς, μολονότι κατά τήν ἐπίσημη πληροφόρηση στήν ἔκτακτη σύγκληση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόν περασμένο Νοέμβριο, ὁ Σεβ. Μητρ. Σερρῶν κ. Θεολόγος θά διάβαζε ἁπλῶς τήν εἰσήγησή του μέ θέμα «Ἐνημέρωσις περί τῶν διεξαχθεισῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»[8], παρά ταῦτα θά ἐτίθετο ἐπίσης ὑπό συζήτηση ἡ ἐγκυρότητα τῶν ἀποφάσεων τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Γι' αὐτό καί ἄφησε κατά μέρος ὅλα τά προσχήματα καί ἔστειλε τήν προαναφερθεῖσα ἀπειλητική ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ξεκάθαρη εἰσπήδηση στά ἐσωτερικά τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τήν ὁποία θά ἔπρεπε νά καταστεῖ ὑπόλογος ἐπιβολῆς ἐπιτιμίων, σύμφωνα μέ τούς Ἱερούς Κανόνες. Δέν θά μποροῦσε μέ τίποτε ὁ Πατριάρχης νά δεχτεῖ ἀκόμη ἕνα μεγάλο πλῆγμα κατά τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης καί ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Δυστυχῶς, ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δέν ὄρθωσε τό ἀνάστημά της, οὔτε ὕψωσε στεντόρεια τή φωνή της μπροστά στήν πρόδηλη καί πασιφανή παραβατικότητα τοῦ Πατριάρχου, ἀλλά συνέπλευσε μέ τίς ἐπιθυμίες του καί ἀποφάσισε, παρά τίς ἀντιδράσεις, τήν ἔλλειψη ὁμοφωνίας καί τήν μή διεξαγωγή ψηφοφορίας, τήν ἔγκριση τῶν ἐννέα προτάσεων τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Σεβ. Σερρῶν, οἱ ὁποῖες οὐσιαστικά συνιστοῦν τήν ποιμαντική ἀξιοποίηση τῶν αἱρετικῶν ἀποφάσεων τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σύμφωνα μέ τό ἐπίσημο ἀνακοινωθέν της[9].
  1. Εἰσπήδηση τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος
Τό γεγονός ὅτι δέν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσπήδηση καί ἀνάμειξη τοῦ οἱουδήποτε ἐπισκόπου (Μητροπολίτου ἤ Πατριάρχου) σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη κατά τόπους Ἐκκλησία ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς δικῆς του διοικητικῆς δικαιοδοσίας εἶναι πρόδηλο ἀπό πολλούς Ἱερούς Κανόνες καί ἰδιαίτερα ἀπό τόν β΄ Ἱερό Κανόνα τῆς Β´ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἐπιτάσσει «τούς ὑπέρ διοίκησιν Ἐπισκόπους ταῖς ὑπερορίοις ἐκκλησίαις μή ἑπιέναι, μηδέ συγχέειν τάς ἐκκλησίας»[10]. Περιορίζοντας ὁ Ἱερός Κανών τήν ἐκκλησιαστική ἀρμοδιότητα ἑκάστου στά ὅρια τῆς δικαιοδοσίας του, καταλήγει : «Ἀκλήτους δέ Ἐπισκόπους ὑπέρ διοίκησιν μή ἐπιβαίνειν ἐπί χειροτονίᾳ, ἤ τισιν ἄλλαις οἰκονομίαις ἐκκλησιαστικαῖς». Ἡ σαφής αὐτή ρύθμιση τοῦ Ἱεροῦ Κανόνος δέν ἔρχεται βεβαίως σέ ἀντίφαση μέ τούς θ΄ καί ιζ΄ Ἱερούς Κανόνες τῆς Δ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου[11], διότι ἡ ὑπερόρια ἀρμοδιότητα τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πού καθιερώνεται μέ τούς Κανόνες αὐτούς, μπορεῖ νά ἀσκηθεῖ μόνο μετά ἀπό αίτημα τῶν ἐνδιαφερομένων πλευρῶν[12], πρᾶγμα πού δέν ἔγινε στήν συγκεκριμένη περίπτωση.
  1. Σύγχρονοι διώκτες οἱ Οἰκουμενιστές
Οἱ ἀπειλές τῶν κ.κ. Βαρθολομαίου καί Ἀνθίμου ἐναντίον Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων, Μοναχῶν καί λαϊκῶν, ἄν τελικά ὑλοποιηθοῦν, θά γυρίσουν ὡς μπούμερανγκ καί αὐτεπίστροφον βλῆμα ἐναντίον τους, διότι ἀπό τοῦδε καί εἰς τό διηνεκές στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας θά λογίζονται ὡς μιμητές τῶν παλαιῶν διωκτῶν καί σύγχρονοι διώκτες τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῶν Ὀρθοδόξων, πού χρησιμοποιοῦν τρομοκρατικές, φασιστικές, ναζιστικές, φονταμενταλιστικές καί φιμωτικές τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου μεθόδους, γιά νά ἐπιβάλουν τίς αἱρετικές ἀποφάσεις τῆς λεγομένης «Συνόδου», πισωγυρίζοντας τό ἐκκλησιαστικό γίγνεσθαι στήν ἐποχή τοῦ Μεσαίωνα καί τοῦ Χομεϊνί, καί μεταβάλλοντάς το σέ ἀνελεύθερο καί ἀπολυταρχικό δεσποτικό καθεστώς, κατά τά παπικά πρότυπα. Τό χειρότερο, ὅμως, ἀλλά σίγουρο καί ἀναπόφευκτο εἶναι ὅτι, ἄν δέν μετανοήσουν εἰλικρινά, ἀναμένεται νά λάβουν ἔνδικον μισθαποδοσίαν ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως καί τῆς δικαίας ἀνταποδόσεως παρά τοῦ ἀπροσωπολήπτου κρίνοντος δικαίου Κριτοῦ, διότι, ὡς γνωστόν, κάθε πράξη τοῦ ἀνθρώπου στήν παροῦσα ζωή ἔχει μεταφυσικό ἀντίκτυπο.
  1. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος ὑπόλογος γιά λογοκρισία, ρατσισμό καί ἐκκλησιαστικό bullying
Ὁ κ. Βαρθολομαῖος στήν συγκεκριμένη περίπτωση δέν φέρει ἀκεραία τήν εὐθύνη, καί ὡς ἐκ τούτου καθίσταται ὑπόλογος, μόνο διά τό κανονικόν ἔγκλημα τῆς εἰσπηδήσεως σέ ἄλλη καί δή Αὐτοκέφαλη Τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά καθίσταται ὑπόλογος καί γιά ἐκδήλωση λογοκρισίας, ρατσιστικῆς συμπεριφορᾶς καί ἐξασκήσεως ἐκκλησιαστικοῦ ἐκφοβισμοῦ (bullying) ἐναντίον συγκεκριμένων προσώπων καί ὁμάδων προσώπων, ἐμπίπτοντας ἔτσι στίς καταδικαστικές τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν διατάξεις τοῦ ἀντιρατσιστικοῦ νόμου. Ὁ ἐκφοβισμός (bullying) ἔχει ὁρισθεῖ ὡς μιά ἐπιθετική, σκόπιμη πράξη ἤ συμπεριφορά, πού ἐκδηλώνεται ἀπό ἕνα ἄτομο ἤ ὁμάδα ἀτόμων ἐπαναλαμβανόμενα, ἔχει διάρκεια στό χρόνο καί ἀπευθύνεται σέ ἕνα ἄτομο (θύμα), πού δέν μπορεῖ νά ὑπερασπιστεῖ εὔκολα τόν ἑαυτό του. Ὁ ὁρισμός αὐτός ὑπογραμμίζει τή σκοπιμότητα τοῦ ἐκφραστῆ τῆς βίαιης συμπεριφορᾶς καί τήν πρόκληση φυσικῆς ἤ ψυχολογικῆς βλάβης στά θύματα. Ἐπιπλέον, ὁ ἐκφοβισμός (bullying) ἐμφανίζει ἐπαναληψιμότητα. Μεταξύ τοῦ θύτη καί τοῦ θύματος ὑπάρχει ἀνισορροπία ἰσχύος, μέ τήν ἐπιβεβαίωση τῆς κυριαρχίας τοῦ θύτη πάνω στό θύμα (ὡς πρός τήν ἡλικία, τή φυσική δύναμη ἤ τή θέση ἐξουσίας κ.λπ.)[13].
  1. Διάλογος μέ τούς αἰρετικούς˙ ἀπειλές καί τιμωρίες γιά τούς Ὀρθοδόξους
Μᾶς κάνει, ἐπίσης, μεγάλη ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἔχει χαρακτηριστεῖ ἀπό τούς ὁμόφρονές του Οἰκουμενιστές ὡς «Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὁ Διάλογος» καί εἶναι θερμότατος ὑπέρμαχος τοῦ διαλόγου, τοῦ πλουραλισμοῦ καί τῆς πολυπολιτισμικότητας, ἐντούτοις περιορίζει τόν διάλογο, τόν πλουραλισμό καί τήν ἀγάπη του μόνο στούς αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους, ἀλλά ποτέ μά ποτέ δέν ἔχει διεξαγάγει κανένα διάλογο ἐνδοορθόδοξο, ἀπειλώντας μάλιστα μέ ἐπιτίμια ὅσους δέν συμμορφώνονται μέ τίς ἐπιταγές του.
  1. Κορυφαῖα θεολογική μορφή ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης
Οἱ ὑπογράφοντες εὐηργετήθησαν ὑπό τοῦ Τρισαγίου Θεοῦ νά ἔχουν μέντορα, πάτρωνα, ποδηγέτη καί μυητή στά νάματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας, Παράδοσης, Πίστης καί Ζωῆς τόν ὀξυνούστατον καί ἐξέχοντα θεολογικόν νοῦν, τόν ὁμότιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση. Ἔχουμε ἱερόν καθῆκον καί συνειδησιακόν χρέος νά τονίσουμε καί νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι οὖτος ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστική καί θεολογική φυσιογνωμία παγκοσμίου βεληνεκοῦς καί κύρους, εἶναι σύγχρονος παγκόσμιος πατήρ καί ἐκκλησιαστικός ἀνήρ. Εἶναι ὁ ἀναμφισβήτητος ἡγέτης τοῦ ἀντιοικουμενιστικοῦ ἀγώνα, ὁ κορυφαῖος θεολόγος καί πατρολόγος τῆς ἐποχῆς μας, καί ἀποτελεῖ σύμβολο ἀντιστάσεως κλήρου καί λαοῦ ἐναντίον τῆς διαφθορᾶς καί τῶν ποικίλων παρεκκλίσεων ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ὁ π. Θεόδωρος δέν χρειάζεται ἰδιαίτερες συστάσεις καί ἐπαίνους ἀπό ἐμᾶς, τά μειράκια. Μιά ἁπλή ματιά στό βιογραφικό του καί στό συγγραφικό του ἔργο[14] ἀρκεῖ, γιά νά ἀξιολογήσει κανείς θετικῶς τήν πολύπλευρη καί πολυτάλαντη ἐπιστημονική, πανεπιστημιακή, ποιμαντική, ἀντιαιρετική καί ἀντιοικουμενιστική προσφορά του στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀκραδάντως πιστεύουμε ὅτι μία τέτοια προσωπικότης, ὡς τοῦ π. Θεοδώρου, δικαίως θά ἔπρεπε νά κατέχει ἐπιτελική θέση στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο, ὡς διευθύνων τήν ἀντιαιρετική δράση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤ ὡς σύμβουλος καί στενός συνεργάτης Ἐπισκόπων. Τουλάχιστον, ὤφειλε νά κληθεῖ στήν Δ.Ι.Σ. καί στήν Ι.Σ.Ι. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὄχι βεβαίως ἀπολογούμενος, ἀλλά διδάσκων ἐνώπιον τῶν Ἐπισκόπων περί τῆς ἀντικανονικότητος τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί δή ἡ Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης θά ἔπρεπε νά χαίρουν καί νά σεμνύνονται, ἐπειδή κοσμοῦνται καί ἔχουν στίς τάξεις τους τοιοῦτον κληρικόν, ὡς ἄλλο πολύεδρο διαμάντι. Ἀντί τοῦτων, ὅμως, ὁ π. Θεόδωρος λαμβάνει ὄξος καί χολήν, ἀχαριστία, συκοφαντίες, ψεύδη, ἀπειλητικές ἐπιστολές καί ἐπιτίμια, ἐξαιτίας τῆς ἀταλάντευτης καί σταθερῆς προσήλωσης καί ἐμμονῆς του στήν Ὀρθόδοξη πίστη, ὁμολογία καί ἁγιοπατερική παράδοση. Οἱ ἐν Φαναρίω καί Ἑλλάδι Οἰκουμενιστές πνέουν τά μένεα, μισοῦν, φθονοῦν, ζηλεύουν καί κατασυκοφαντοῦν τόν π. Θεόδωρο Ζήση, ἐπειδή ἐκεῖνος κατόρθωσε τήν ἔξοδό του ἀπό τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου[15].
  1. Παλαιότερες περιπτώσεις φιμώσεως τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση
Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά, πού ὁ π. Θεόδωρος ἀπειλεῖται καί τιμωρεῖται ἀδίκως ἀπό τήν προϊσταμένη του ἀρχή. Τόν Μάιο τοῦ 1994, μέ ἐπιστολή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρός τόν ἴδιο, πού τήν ὑπέγραψε ὁ τότε Ἀρχιγραμματεύς, ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων, ὁ π. Θεόδωρος παύθηκε ἀπό ἐκπρόσωπος τῆς Ἑκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν Ἐπίσημο Θεολογικό Διάλογο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, ἐπειδή κατόρθωσε μαζί μέ ἄλλους νά καταδικασθεῖ ἡ ἐπάρατος καί δαιμονική Οὐνία στήν ΣΤ΄ Συνέλευση τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου, μέ ὑπογραφές καί τῶν Παπικῶν θεολόγων στό Freising τοῦ Μονάχου τό 1990[16]. Τό 2005, μέ ἐπιστολή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου, ἐντελῶς ἀναρμοδίως, συνευδοκοῦντος τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου, τοῦ ἐπιβλήθηκε τό ἐπιτίμιον τῆς ἐπ’ἀόριστον ἀργίας ἀπό πάσης ἱεροπραξίας (12-6-2005 ἕως 14-9-2005), τό ὁποῖον ἤρθη μετά τρίμηνον, διότι συνέγραψε καί δημοσίευσε στίς ἐφημερίδες «Ἀπογευματινή» καί «Ὀρθόδοξος Τύπος» τό ἄρθρο μέ τίτλο : «Οἱ Ἁγιοταφῖτες δείχνουν τόν δρόμο στούς Ἑλλαδῖτες Ἀρχιερεῖς»[17]. Τό ἐν λόγῳ ἄρθρο χρησιμοποιήθηκε ὡς ἀφορμή, γιά νά ἀσκηθεῖ ἡ ἀπό πολλῶν ἐτῶν, καί συγκεκριμένως ἀπό τήν πρώτη στήν Ἑλλαδική ἱστορία ἐπίσκεψη τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Ρώμης στήν Ἑλλάδα τόν Μάιο τοῦ 2001, ἐπιθυμουμένη δίωξη καί φίμωση τοῦ π. Θεοδώρου, προκειμένου νά ἀποθαρρυνθοῦν καί τρομοκρατηθοῦν οἱ τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως καί νά παύσουν νά ἀνθίστανται στίς καινοτομίες καί παρεκκλίσεις τῶν διοικοῦντων τήν Ἑλλαδική Ἑκκλησία[18]. Μ’αὐτό τόν τρόπο, ὅμως, οἱ συκοφάντες καί διῶκτες του τόν κάνουν ἄθελά τους κοινωνό καί μέτοχο τῶν μακαρισμῶν τοῦ Χριστοῦ : «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, καί διώξωσιν, καί εἴπωσιν πᾶν πονηρόν ρῆμα καθ’ὑμῶν, ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καί ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς»[19].
  1. Σημαντικότατη ἡ συμβολή τοῦ π. Θεοδώρου στήν ἀντιμετώπιση τῆς ψευδοσυνόδου
Ὁ π. Θεόδωρος περιβάλλεται ἀπό ἕτερους κορυφαίους θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ἤδη ἐμπεριστατωμένες μελέτες, μέ τίς ὁποῖες ξετίναξαν ὁριστικά καί ἀμετάκλητα τήν θεολογική ὑποδομή τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Τά χτυπήματα, πού κατάφεραν κατά τῆς ἐγκυρότητας τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης, εἶναι ἐξόχως συντριπτικά. Τελευταίως, ἀφοῦ προσεκλήθησαν ἐπισήμως ἀπό τά Πατριαρχεῖα τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Γεωργίας καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσικῆς Μολδαβίας, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης καί οἱ στενοί συνεργάτες του ἔδωσαν διαλέξεις καί ἀνέλυσαν τήν ἀντικανονικότητα τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης. Καρπός τῆς παραγωγικῆς αὐτῆς προσπαθείας ὑπῆρξε ἡ ἀπόφαση-καταπέλτης κατά τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης τοῦ Πατριαρχείου τῆς Βουλγαρίας, πού ἔκοψε κυριολεκτικά τά πόδια τῶν Οἰκουμενιστῶν ἀπό τά γόνατα. Οἱ ἀπειλούμενοι ὑπό τοῦ κ. Βαρθολομαίου κληρικοί κατόρθωσαν νά προξενήσουν τεράστια καί ἀνεπανόρθωτη ζημιά στό κῦρος τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης μέ τίς ἀπολύτως κατοχυρωμένες μελέτες τους, πού ξετίναξαν τό θεολογικό ὑπόβαθρό της.
  1. Τά ἄνω κάτω γέγονεν
Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ὅτι ἐδῶ ἔχουμε μιά ὕπουλη ἀντιστροφή τῶν πραγμάτων καί μιά στρέβλωση τῆς ἀληθείας. Ἔχουν ἔλθει τά πάνω κάτω καί τά κάτω πανω. Τό κατά φύσιν ἔγινε παρά φύσιν καί τό παρά φύσιν ἔγινε κατά φύσιν. Ἀντί νά ἐπαινοῦνται οἱ Ὀρθόδοξοι, ἐπειδή σφυρηλατοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν προφυλάσσουν ἀπό σχίσματα, αἱρέσεις καί ἄλλες συμφορές, ζητεῖται ἀπό τούς Οἰκουμενιστές ἡ παραδειγματική τιμωρία τους. Ἐνῶ κανονικά θά ἔπρεπε νά ζητεῖται ἡ παραδειγματική τιμωρία καί ἡ ἐπιβολή ἐπιτιμίων στούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι, μέ τά συνεχῆ καί πυκνούμενα λεχθέντα καί πραχθέντα τους, σκανδαλίζουν τό Ὀρθόδοξο πλήρωμα, (ὁ Κύριός μας λέγει σαφῶς : «ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τά σκάνδαλα˙ πλήν οὐαί τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’οὗ τό σκάνδαλον ἔρχεται»[20]), θέτουν ἑαυτούς ἐκτός Ἐκκλησίας, ὅπως γράψαμε καί ὑπογράψαμε στό κείμενο «Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»[21] τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2009, καί εἶναι ἐν δυνάμει καθηρημένοι.
  1. Οἱ Οἰκουμενιστές θέτουν ἑαυτούς ἐκτός Ἐκκλησίας καί εἶναι ἐν δυνάμει καθηρημένοι
Γιά νά μήν φανεῖ τό τελευταῖο ὑπερβολικό διευκρινίζουμε ὅτι οἱ Οἰκουμενιστές κληρικοί, ποὺ ξέφυγαν ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, μέχρις ὅτου κριθοῦν ἀπὸ Σύνοδο, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν δυνάμει καθῃρημένοι. Ἐνεργείᾳ καθῃρημένοι καθίστανται μόνο μετὰ ἀπὸ συνοδικὴ κρίση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης λέει ὅτι οἱ Κανόνες προστάζουν τήν Σύνοδο τῶν ζώντων Ἐπισκόπων νά καθαιροῦν τούς ἱερεῖς ἤ νά ἀφορίζουν ἤ νά ἀναθεματίζουν τούς λαϊκούς, πού παραβαίνουν τούς Κανόνες. Ἐάν ἡ Σύνοδος δέν ἐνεργήσει ἐμπράκτως τήν καθαίρεση αὐτῶν τῶν ἱερέων ἤ τόν ἀφορισμό ἤ άναθεματισμό τῶν λαϊκῶν, τότε αὐτοί οἱ ἱερεῖς καί οἱ λαϊκοί δέν εἶναι καθηρημένοι ἐνεργείᾳ, οὔτε ἀφορισμένοι ἤ ἀναθεματισμένοι. Εἶναι, ὅμως, ὑπόδικοι στήν μέν παροῦσα ζωή στήν καθαίρεση καί στόν ἀφορισμό ἤ ἀναθεματισμό, στήν δέ τελική Κρίση εἶναι ὑπόδικοι στήν Θεία Δίκη[22]. Ὁ πύρινος καί φλογερός Ἱεράρχης, Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αὐγουστῖνος Καντιώτης[23], ὁ ὁποῖος διέκοψε τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κυροῦ Ἀθηναγόρου στήν Θεία Λειτουργία τήν τριετία 1970-1973, συμπληρώνοντας τά ἀνωτέρω, ἔλεγε ὅτι αὐτά ἰσχύουν μόνο γιὰ τὶς ἀντικανονικὲς ἐνέργειες τῶν κληρικῶν. Γιὰ παραβάσεις δηλ. τῶν Ἰερῶν Κανόνων θεωροῦνται δυνάμει καθῃρημένοι, δὲν εἶναι, ὅμως, καὶ ἐνεργείᾳ. Ἀλλ᾿ ὑπᾶρχουν καὶ ἐνέργειες Κληρικῶν, ποὺ θίγουν τά δόγματα. Στὴν περίπτωσι αὐτή, ἀφοῦ «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» κηρύττει ὁ κληρικός διδασκαλίες ἀντορθόδοξες, δὲν ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἀπόφαση καθαιρέσεως ἀπὸ ἁρμόδιο συνοδικὸ δικαστήριο. Ἡ καθαίρεση ἐπέρχεται αὐτομάτως, κατὰ τὸν ιε΄ Ἱερό Κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου[24].
  1. Οἱ κατήγοροι πραγματικά κατηγορούμενοι
Ὀ σοφός λαός μας λέει : «Στό σπίτι τοῦ κρεμασμένου δέν μιλᾶνε γιά σχοινί». Μήπως θά ἔπρεπε πρῶτος ἀπ’ὅλους ὁ κ. Βαρθολομαῖος καί ἐν συνεχείᾳ οἱ ὁμόφρονές του, νά σκεφθοῦν, πρίν τήν συγγραφή καί τήν ἀποστολή τῆς προαναφερθείσης κατά πάντα ἀπαραδέκτου καί ἀντικανονικῆς, ἀπειλητικῆς ἐπιστολῆς πρός τούς ὀρθοδόξους ἀγωνιστές κληρικούς, ὅτι δικαίως θά ἔπρεπε αὐτοί οἱ ἴδιοι νά βρίσκονται κατηγορούμενοι στό ἑδώλιο τῆς ἀνά τήν Οἰκουμένην Ὀρθοδοξίας, μέ τήν μομφή τῆς ἐσχάτης προδοσίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Πίστεως; Γιά νά μήν φανεῖ ὑπερβολικό αὐτό, τό ὁποῖο μόλις ἐλέχθη, παραθέτουμε στή συνέχεια μερικά ἀπό τά πιό βασικά οἰκουμενιστικά λεχθέντα τοῦ κ. Βαρθολομαίου, γιά νά κρίνει ὁ καθένας μας, ἀντικειμενικῶς καί ὀρθοδόξως σκεπτόμενος, ἄν ὁ κ. Βαρθολομαῖος πλέον ὀρθοδοξεῖ ἤ αἱρετίζει οἰκουμενιστικῷ τῷ τρόπῳ.
  1. Οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου
Ὁ ἀπερισκέπτως ἀπειλῶν καί τιμωρῶν κ. Βαρθολομαῖος ἔχει πεῖ κατά καιρούς τά παρακάτω :
 1) «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”, τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία, ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία». «Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν πολεμικήν»[25].
2) «Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή [...] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα [...] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[26].
3) «Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος [...] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας, ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ΄ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιν τῆς ἄλλης»[27].
4) Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008 :
«Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[28].
5) «Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοὶ σωτηρίας»[29].
6) Τὸ Κοράνιο (καὶ οἱ Γραφὲς τῶν ἄλλων θρησκειῶν) εἶναι «ἴσο μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἱερὸ ὅπως αὐτή»[30].
7) Οἱ Μουσουλμάνοι μποροῦν νὰ πᾶνε στὸν παράδεισο χωρὶς νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό[31].
8) Πολλὲς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι προσωρινές[32].
9) Εἶναι «εὐλογημένη» ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἑβραίων[33].
10) Ἡ βασικὴ ἀρχὴ τῆς Μασονίας, δηλαδὴ ἡ ἄποψη ὅτι «ἕκαστος νὰ λατρεύῃ τὸν Ἕνα Θεὸν ὡς [=ὅπως] προτιμᾷ…». «Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων καὶ μάλιστα, αὐτῶν οἱ ὁποῖοι Τὸν λατρεύουν ἀνεξαρτήτως τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν πίστιν μεταξὺ τῶν τριῶν μεγάλων μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν», εἶναι ἀποδεκτή[34].
11) Οἱ Ἱεροί Κανόνες εἶναι «Τείχη τοῦ αἴσχους»[35].
12) Ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ὡς ἀρχιμανδρίτης ἤδη στήν μελέτη του «Περί τήν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων καί τῶν κανονικῶν διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», ἰσχυρίζεται ὅτι πολλοί ἀπό τούς κανόνες τῶν Ἁγίων Πατέρων πρέπει νά καταργηθοῦν καί ἐπί λέξει συνεχίζει : «Δέν δύνανται νά ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καί πρέπει νά τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τάς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πρός τούς ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους. Δέν δύναται ἡ Ἐκκλησία νά ἔχῃ διατάξεις ἀπαγορευούσας τήν εἴσοδον εἰς τούς ναούς τῶν ἑτεροδόξων καί τήν μετ’ αὐτῶν συμπροσευχήν, καθ’ ἥν στιγμήν αὕτη διά τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς προσεύχεται ἀπό κοινοῦ μετ’ αὐτῶν διά την τελικήν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ἐλπίδι. Περισσοτέρα ἀγάπη πρέπει νά “ἀρδεύσει” πολλάς κανονικάς διατάξεις πρός “ζωογονίαν”. Ἐπιβάλλεται τροποποίησις ὁρισμένων διατάξεων ἐπί τό φιλανθρωπότερον καί ρεαλιστικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία δέν δύναται καί δέν πρέπει νά ζῇ ἐκτός τόπου καί χρόνου».
Ὡς πατριάρχης κατήργησε αὐτογνωμόνως αὐτούς τούς Ἱερούς Κανόνας, συμπροσευχόμενος ἀδεῶς καί ἐπανειλημμένως μέ αἱρετικούς. Παρῃτήθη ἀπό τήν ὑποχρέωση τῆς Ἐκκλησίας νά ὁδηγήσει ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ὅπως ἐπί λέξει εἶπε : «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ἐπιδιώκει νά πείση τούς ἄλλους περί συγκεκριμένης τινος ἀντιλήψεως τῆς ἀληθείας ἤ τῆς ἀποκαλύψεως, οὔτε ἐπιδιώκει νά τούς μεταστρέψει εἰς συγκεκριμένον τινά τρόπον σκέψεως»[36]. 
13) Ὁ Πάπας εἶναι κανονικὸς Ἐπίσκοπος καί «προφητικὸς ἀρχηγὸς ὄχι μόνο τῶν χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου» καὶ «πρότυπον» καὶ «ἀδαπάνητος θησαυρὸς καὶ ὁδοδείκτης»[37].
14) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι μία, ἀνάμεσα στὶς 348 «ἐκκλησίες» – μέλη τοῦ Π.Σ.Ε – οἱ ὁποῖες διευθύνονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα[38].
15) «Οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τήν διάσπαση προπάτορες ἡμῶν, ὑπῆρξαν ἀτυχῆ θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, καί εὐρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ. Αἰτούμεθα ὑπέρ αὐτῶν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλ'ὀφείλομεν ἐνώπιον Αὐτοῦ ὅπως ἐπανορθώσωμεν τά σφάλματα ἐκείνων...»[39].
16) Ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στήν ἕδρα τῆς Coca Cola, Η.Π.Α., 29.10.2009
«Ἀξιότιμοι Μουχτάρ καί Δάφνη Κέντ (ὁ μουσουλμάνος Πρόεδρος τῆς Coca Cola καί ἡ σύζυγός του) πολυαγαπημένοι φίλοι καί οἰκοδεσπότες... Ἀγαπητοί στόν Κύριο... Ἀγαπητέ φίλε Μουχτάρ... γνωρίζουμε πώς οἱ ἡρωικές προσπάθειες τῶν γονιῶν σου χάριν τῶν ἑβραίων κατά τήν διάρκεια τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δέν βασίζονταν σέ κάποια θρησκευτική κοσμοαντίληψη, ἀλλά στό σφαιρικό ὅραμα τῆς ἀγάπης γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τῆς ἀξίας κάθε ἀνθρώπινης ζωῆς. Εἴθε ὁ Κύριος ὅλων νά τούς χαρίσει αἰωνία ἀνάπαυση μαζί μέ τούς Δικαίους κάθε γενεᾶς πού ἔχουν φανεῖ εὐάρεστοι σέ Ἐκεῖνον. Ἔχω ἕνα μικρό ἀναμνηστικό. Μικρό καί σπουδαῖο. Ἀναμνηστικό γιά τήν Δάφνη καί τόν Μουχτάρ. Αὐτό εἶναι τό Ἅγιο Κοράνιο, τό ἱερό βιβλίο τῶν μουσουλμάνων ἀδελφῶν μας»[40].
17) Ἀπευθυνόμενος σέ «ἱεράρχες» τῆς Ἀρμενικῆς, Αἰθιοπικῆς καί Συριακῆς Κοινότητας, στίς 26-10-2009, στή Νέα Ὑόρκη :
«Ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ τῶν δύο Χριστιανικῶν Οἰκογένειών μας – πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ Ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες (=οἱ Μονοφυσίτες) – ἔβαλε καί ἐπισήμως ἕνα τέλος στίς παρεξηγήσεις τοῦ παρελθόντος. Δέν εἶναι ἡ θεολογία πού μᾶς χωρίζει. Μᾶλλον, εἴμαστε ἑνωμένοι στή δέσμευσή μας νά θέσουμε τά ποιμαντικά, λειτουργικά, ἐκκλησιαστικά ζητήματα στά ὁποία θά οἰκοδομήσουμε τήν ἑνότητά μας ὅλο καί περισσότερο»[41].
18) «Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τῆς Ἀρχιερατείας του (τοῦ Πάπα Φραγκίσκου), ὅταν εἶχα τήν χαρά νά εἶμαι παρών στήν ἐγκαθίδρυσή του καί εἴχαμε μιά ἰδιωτική συνάντηση μισῆς ὥρας, εἴπαμε ὅτι ὀφείλουμε νά ἐργαστοῦμε καί νά προσευχηθοῦμε μαζί γιά τήν ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν μας, γιά τήν ἀνασύνθεση τῆς ἑνότητας τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία»[42].
Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι : ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ «Πάπα» Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς «Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων» (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη «λειτουργία» τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), μέ τή συμμετοχή τοῦ «Πάπα» Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ «Πάπας», φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιονκαθώς καί μέ τήν συμμετοχή τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου στήν θρονική ἑορτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (Νοέμβριος 2014). Μέ τήν συμπροσευχή μετά τοῦ «Πάπα» Φραγκίσκου στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου (Μάιος 2014). Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα τότε οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ «ἐπισκόπου» Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή «Σύνοδο» τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993) καί την ἐπίσημη ἐπίσκεψή του στόν Ἀγγλικανό «Ἀρχιεπίσκοπο» Καντερβουρίας Justin Welbi (Νοέμβριος 2015). Μέ τή συνάντηση μέ τόν «Πάπα» Φραγκῖσκο στή Ρώμη τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς τοῦ 2014, μέ σκοπό τήν συμπροσευχή γιά τήν εἰρήνευση τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Μέ τή συνάντηση μέ τόν Μονοφυσίτη «Πατριάρχη» τῶν Ἀρμενίων κ. Ἀράμ στό Φανάρι (Σεπτέμβριος 2014). Μέ τή συνάντηση «Πάπα»-Πατριάρχη-Ἀρχιεπισκόπου στή Λέσβο (Ἀπρίλιος 2016). Μέ τήν σύγκληση καί διεξαγωγή τῆς λεγομένης «Συνόδου» τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016). Μέ τή συμμετοχή στήν διαθρησκειακή συνάντηση τῆς Ἀσσίζης (Σεπτέμβριος 2016). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις[43].
  1. Ἄνθελληνική δήλωση Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου
Ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐκτός τῶν ἀνωτέρω μειοτικῶν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἐπισήμων δηλώσεών του, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1991 φέρεται νά ἔκανε τήν ἐξῆς μειοτική δήλωση γιά τούς ἤρωες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 : «Δυστυχῶς οἱ δύο λαοί διέκοψαν τήν ὑπέροχη συμβίωση τῶν 400 χρόνων, ὅταν ξεσηκώθηκαν κάτι ξεβράκωτοι τό 1821, καί δημιούργησαν τίς γνωστές προστριβές...»[44].
Μετά τά ἀνωτέρω ἀποκαλυπτικά, καταλαβαίνει κανείς τό κενόν καί ἀνίσχυρον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῆς πατριαρχικῆς ἀπειλητικῆς ἐπιστολῆς ὅτι ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἔχει «εὐθύνη ὡς φύλακος τοῦ δόγματος καί τῆς κανονικῆς ἐν τῇ κατά Ἀνατολάς Ἐκκλησίᾳ τάξεως».
  1. Οἰκουμενιστικά λεχθέντα καί πραχθέντα Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθίμου
Δυστυχῶς, καί ὁ Μητρ. Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος σιγοντάρει τήν οἰκουμενιστική γραμμή τοῦ κ. Βαρθολομαίου καί τῶν ὁμοφρόνων του. Ἰδού μερικά ἀποδεικτικά στοιχεῖα :
1) Κατά τήν ἔκτακτη σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τόν περασμένο Νοέμβριο σχετικά μέ τήν λεγομένη «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, ὁ Μητρ. Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος ἐξέφρασε τήν ἄποψη πώς «τά κείμενα καί οἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης δέν μποροῦν νά τεθοῦν ὑπό ἀμφισβήτηση, οὔτε κἄν σέ συζήτηση. Μάλιστα, ζήτησε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο νά κλείσει τήν συνεδρίαση μετά τό τέλος τῆς εἰσήγησης τοῦ Μητρ. Σερρῶν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἔκρινε ὅτι δέν ὑπῆρχε λόγος συζήτησης»[45].
2) Ὁ Μητρ. Ἄνθιμος συμμετεῖχε στίς ἐργασίες τοῦ ΙΔ' οἰκουμενιστικοῦ Διαχριστιανικοῦ Συμποσίου γιά τόν ἐπανευαγγελισμό, μέ τίτλο «Εὐαγγελισμός καί Ἐπανευαγγελισμός στήν Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνα», πού πραγματοποιήθηκε στή Θεσσαλονίκη 28 μέ 30 Αὐγούστου 2016, στό ὁποῖο συμμετεῑχαν παπικοί καί ὀρθόδοξοι οἰκουμενιστές Ἱεράρχες, κληρικοί καί θεολόγοι. Τό Συμοπόσιο συνδιοργανώθηκε ἀπό τό Τμῆμα Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΑΠΘ καί τό Istituto di Spiritualita τοῦ Ποντιφικοῦ Πανεπιστημίου Antonianum τῆς Ρώμης, μέ τήν ὑποστήριξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, τῆς Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Βλατάδων, τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Ἀκριτοχωρίου Σιδηροκάστρου, τοῦ Ἐρευνητικοῦ Κέντρου Ἁγίου Γεωργίου Περιστερεώτα καί ἄλλων φορέων. Ἡ ἔναρξη τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου πραγματοποιήθηκε στήν Αἴθουσα Ἐκδηλώσεων τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἰδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, στήν Μονή Βλατάδων, παρουσία τοῦ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε μήνυμα τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου[46] καί ἀκολούθως τῆς Ἱεράς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἐπίσης, ὁ Μητρ. Άνθιμος παρέστη στήν ὁμιλία τοῦ Παπικοῦ «ἀρχιεπισκόπου» Κερκύρας καί Ἀποστολικοῦ Βικαρίου Θεσσαλονίκης κ. Ἰωάννη Σπιτέρη[47].
3) Βολές ἐναντίον ὅσων δέ θά ἔδιναν τό παρών στήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» τῆς Κρήτης ἐξαπέλυσε τό πρωί τῆς 12ης-6-2016 ὁ Μητρ. Θεσσαλονίκης κ. Ἀνθιμος, πού ἔκανε λόγο γιά ζήλια, φθόνο καί ἔλλειψη πνεύματος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Θεσσαλονίκης, ὁ κ. Ἄνθιμος ἔκανε ἀναφορά στά σύγχρονα προβλήματα, ἀλλά ἔκλεισε τό κήρυγμά του γιά τά ὅσα συμβαίνουν τό τελευταῖο διάστημα μέ τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης. Ἀφοῦ θύμισε πώς στίς πρῶτες Συνόδους οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ φόβο ἀκόμη καί γιά τή ζωή τους ἔφταναν στίς πόλεις, ὅπου φιλοξενοῦνταν οἱ Σύνοδοι, τόνισε : «Ὅλη αὐτή ἡ διάσπαση, πού βλέπουμε, λόγῳ τῆς Μεγάλης Συνόδου στήν Κρήτη εἶναι, γιατί ὑπάρχει στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ζήλια, φθόνος καί δέ θέλουμε νά μποῦμε καί στό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Κάνουμε μιά προσευχή νά προσέλθουν οἱ ἐπικεφαλεῖς ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, γιά νά γίνει ἡ ἐργασία, πού προβλέπεται στή Σύνοδο αὐτή. Γιά τήν Ὀρθοδοξία καί ὄχι γιά τίς προσωπικές καί ἐθνικές ἐπιδιώξεις. Δήλωσαν κάποιες Ἐκκλησίες ὅτι δέ θά πᾶνε. Γιατί; Ἀφοῦ μαζί εἴμαστε μιά Ἐκκλησία…»[48].
4) Σχετικά μέ τήν συνάντηση «Πάπα»-Πατριάρχη-Ἀρχιεπισκόπου στή Λέσβο στίς 16-4-2016, ὁ Μητρ. Ἄνθιμος δήλωσε στό κήρυγμα ἀπό τόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Σπυρίδωνος Τριανδρίας στίς 17-4-2016 : «Ἀπ'ὅλη τήν παγκόσμια ἀνησυχία προέκυψε νά δοθεῖ αὐτή ἡ παρουσία, νά δοθεῖ δύναμη. Τό πιό σημαντικό, γιατί πολλοί σχολίασαν τήν παρουσία τοῦ Πάπα, πού δέν εἶναι ἱεροπράκτης, οὔτε ἔκανε κάποια ἄλλη λατρευτική πράξη, ἦρθε ἀποκλειστικά, γιά νά ἐπισκεφθεῖ τους πρόσφυγες. Εἶναι λάθος νά φωνάζουμε γιά τό γεγονός αὐτό. Ὁ Πάπας δέν ἦρθε ὡς ἀρχηγός τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἦρθε ὡς ὁ ἀρχηγός τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Τό Βατικανό εἶναι κράτος. Εἴδατε τήν ἄφιξή του, εἴδατε ὅτι ὁ πρῶτος, πού τόν καλωσόρισε, ἦταν ὁ πρωθυπουργός, ὁ κ. Τσίπρας. Δηλαδή ὁ κορυφαῖος ἐκπρόσωπος τοῦ κράτους ὑποδέχθηκε τόν ἀρχηγό τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Οἱ Καθολικοί εἶναι δισεκατομμύρια, δέν μποροῦμε νά τούς ἀγνοήσουμε. Ὁ Θεός νά τούς φωτίσει νά δοῦν ἀπόλυτα τήν ἀλήθεια. Ἡ ὑποδοχή ἔγινε ἀπό τό ἑλληνικό κράτος στό κράτους Βατικανοῦ καί στή συνέχεια ἀκολούθησαν συνομιλίες, ἀλλά κυρίως εὐχές, προτάσεις καί ἐλπίδες γιά τό πρόβλημα τῶν ἀνθρώπων», εἶπε ὁ κ. Ἄνθιμος καί συνέχισε : «Ἡ Ἐκκλησία, ὅπου μπορεῖ, βοηθᾶ τούς ἀδελφούς μας, ἀλλά καί τούς πρόσφυγες, ἕνα ζήτημα, πού προέκυψε πιό πρόσφατα. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί ὁ Πάπας προέβησαν σέ πράξεις πνευματικῆς σημασίας καί σέ ἐκδηλώσεις. Ἐμεῖς δέ θά τίς κρίνουμε. Οὔτε τίς προκαλέσαμε, οὔτε τίς διοργανώσαμε»[49].
5) Ὁ Μητρ. Ἄνθιμος στίς 7-12-2014 παρέστη στά ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντα τοῦ μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη κυροῦ Ἰωακείμ τοῦ Γ΄, ὁ ὁποῖος τοποθετήθηκε ἔξω ἀπό τήν Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. καί ἀναφέρθηκε στό σημαντικό ἔργο τοῦ Πατριάρχη, ἀπό ὅλα τά ἀξιώματα, τά ὁποία ὑπηρέτησε, ξεκινώντας ὡς Μητροπολίτης ἀπό τή Βάρνα τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί φθάνοντας στήν ἀνώτατη θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου[50].
6) Κατά τήν εἰς ἐπίσκοπον χειροτονία τοῦ νῦν Σεβ. Μητρ. Γρεβενῶν κ. Δαβίδ στόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης στίς 12-10-2014, ἐπέτρεψε ὅλως ἀντικανονικῶς τήν παρουσία, ἀνάμεσα στούς ἐπισήμους, τοῦ αἱρετικοῦ Μονοφυσίτη «ἀρχιεπισκόπου» των Ἀρμενίων στήν Ἀθήνα κ. Χορέν, συμπροσευχομένου[51]. 
7) Στίς 24-9-2014, ὁ Μητρ. Ἄνθιμος ὑποδέχθηκε στὸ Ἐπισκοπεῖο τῆς Μητροπόλεως, τὸν αἱρετικό Μονοφυσίτη «Πατριάρχη» τῶν Ἀρμενίων κ. Ἀρὰμ Α’. Μετὰ ἀπὸ τὴν προσφώνηση τοῦ κ. Ἀνθίμου καὶ τὴν ἀντιφώνηση τοῦ κ. Ἀρὰμ, προσεφέρθησαν κεράσματα καὶ ἀντηλλάγησαν ἐνθύμια μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπισκέψεως αὐτῆς. Στὴ συνέχεια ὁ κ. Ἀράμ μὲ τὸν κ. Ἄνθιμο μετέβησαν μαζί μὲ ὅλους τοὺς συνοδούς τους στὸν ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπου ὁ Μονοφυσίτης «Πατριάρχης» καί ἡ συνοδεία του προσεκύνησαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ ἁγίου, εἰσῆλθαν στο Ἱερό Βῆμα, σά να ἦταν κανονικοί ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι αἱρετικοί, καί προσεκύνησαν τήν Ἁγία Τράπεζα. Τὸ ἀπόγευμα κ. Ἀράμ μετέβη στὸν ἱερὸ Ναὸ τοῦ πολιούχου ἁγίου Δημητρίου, καὶ ἀκολούθως μετέβη, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν κ. Ἄνθιμο στόν ἀρμενικό ναό τῆς Παναγίας, ὅπου τελέσθηκε σχετικὴ δοξολογία, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 110 χρόνων τῶν Ἀρμενίων στὴ Θεσσαλονίκη[52].
8) Σὲ δήλωση τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, ποὺ δημοσιεύτηκε μὲ Ἐντολή τοῦ κ. Ἀνθίμου στήν ἐφημερίδα ‘’Ὀρθόδοξος Τύπος’’, στίς 20-2-2015, γράφεται : «Ὅπως καλῶς γνωρίζετε, ὁ Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Ἄνθιμος ἔχει συμπληρώσει 41 χρόνια ἀρχιερατείας στίς Ἱερές Μητροπόλεις Ἀλεξανδρουπόλεως καί Θεσσαλονίκης καί… οὐδέποτε ἠσχολήθη μέ τό θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, οὔτε τοῦ Ἀντιοικουμενισμοῦ…»[53].
9) Ὁ κ. Ἄνθιμος ἔγινε Μητροπολίτης στήν Ἀλεξανδρούπολη, ζῶντος τοῦ κανονικοῦ ἐπισκόπου Κωνστάντιου! Πῆρε τήν θέση του, ὅταν ὁ κυρός Κωνστάντιος, παράνομα καί χωρίς ἀπολογία, ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο κυρό Σεραφείμ. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ κατά πάντα ἄξιος, ὀρθόδοξος καί φιλόπατρις Μητρ. Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων, ἐγκατέλειψε τήν πτωχή Μητρόπολη Ἀλεξανδρουπόλεως καί διά τοῦ μεταθετοῦ, ἐνυμφεύθη νέα, πλούσια καί ὡραία Μητρόπολη, αὐτήν τῆς Θεσσαλονίκης, πράγμα πού ἀπαγορεύει ὁ ιδ΄ Ἀποστολικός Ἱερός Κανών καί ἄλλοι Κανόνες[54].
20. Οἱ Οἰκουμενιστές δημιουργοῦν πνευματική σύγχυση, διάσταση καί σκανδαλισμό τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν καί πρόκληση γιά τήν δημιουργία ἀποτειχίσεων, σχισμάτων καί ἀνταρσιῶν.
Ἀβιάστως, λοιπόν, ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐν πρώτοις καί ὁ κ. Ἄνθιμος στή συνέχεια, ἐνῶ ἔχουν ποδοπατήσει καί κουρελιάσει πάλιν καί πολλάκις τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνες, χρησιμοποιοῦν τούς Κανόνες, πού τούς συμφέρουν, ὡς κανόνια, κατά τήν χαρακτηριστική ἔκφραση τοῦ μεγάλου κανονολόγου, μακαριστοῦ πατρός Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων, γιά νά τούς ἐκφοβίσουν, ἀπειλήσουν καί τιμωρήσουν. Ἑπομένως, ὄχι οἱ Σεβ. Μητροπολῖτες Καλαβρύτων κ. Ἀμβρόσιος καί Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, οἱ π. Θεόδωρος Ζήσης καί π. Νικόλαος Μανώλης καί οἱ σύν αὐτοῖς ὁμόφρονες κληρικοί καί λαϊκοί, ἀλλά οἱ κ.κ. Βαρθολομαῖος καί Ἄνθιμος καί οἱ σύν αὐτοῖς ὁμόφρονες κληρικοί καί λαϊκοί, «προκαλοῦν τήν πνευματικήν σύγχυσιν καί διάστασιν τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν τοῦ πληρώματος» τῆς ἀνά τήν Οἰκουμένην Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Σ’αὐτούς πρέπει νά ἐπιστήσουμε «τήν προσοχήν ὅπως τοῦ λοιποῦ, μέ σεβασμόν πρός τήν κανονικότητα καί τήν ἁγιότητα τῆς κατ’ ἀνατολάς Ὀρθοδόξου, Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, παύσωνται νά προβαίνωσιν εἰς σκανδαλισμόν τῶν συνειδήσεων τῶν πιστῶν καί εἰς πρόκλησιν διά τήν δημιουργίαν «ἀποτειχίσεων», «σχισμάτων» καί «ἀνταρσιῶν».
21. Ἡ ἱεροκανονική καί ἁγιοπατερική διακοπή μνημονεύσεως τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων
Ὁ μέν κ. Βαρθολομαῖος στήν ἐπιστολή του προειδοποιεῖ ὅτι τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο προτίθεται νά διακόψει τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή κοινωνία μέ τούς κληρικούς, πού καταγγέλλει. Λέει : «… ἐάν δέν ἀνανήψωσι καί δέν ἔλθωσιν εἰς ἑαυτούς τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον θέλει ἀντιμετωπίσει τό δημιουργούμενον πρόβλημα διά τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μετ' αὐτῶν, ὡς προκαλούντων τήν κοινήν εὐθύνην καί τό χρέος πάντων τῶν Ὀρθοδόξων Ποιμένων πρός διασφάλισιν τῆς ἑνότητος, τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνιαίας μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὁ δέ κ. Ἄνθιμος στίς ἐπιστολές του λέει ὅτι ἡ δημιουργία αποτειχίσεων, σχισμάτων καί ἀνταρσιῶν τυγχάνει ἀντικανονική καί ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτη.
Ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεση μεταξύ τοῦ κ. Βαρθολομαίου καί τοῦ κ. Ἄνθίμου, σχετικά μέ τό θέμα τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων στίς ἱερές ἀκολουθίες καί στή Θεία Λειτουργία καί ἑπομένως τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μετ' αὐτῶν, πρᾶγμα πού ἰσοῦται μέ τήν ἀποτείχιση ἀπό τούς αἱρετικούς αὐτούς Ἐπισκόπους και ὄχι ἀπό την Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας εἶναι κανονική καί ἐκκλησιολογικῶς ἀποδεκτή, γι’αὐτό καί τήν ἐπικαλεῖται στήν ἐπιστολή του, ἐνῶ ὁ κ. Ἄνθιμος τήν θεωρεῖ ἀντικανονική καί ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτη. Πῶς ἐξηγεῖται αὐτή ἡ ἀντίφαση; Οὐσιαστικά δέν εἶναι ἀντίφαση, διότι καί οἱ δύο συναντῶνται στήν ἴδια λανθασμένη ἄποψη ὅτι μόνον οἱ Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι μποροῦν νά διακόψουν τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή κοινωνία μέ τούς πραγματικά Ὀρθοδόξους κληρικούς καί ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοί δέν μποροῦν νά διακόψουν τήν ἐκκλησιαστική καί μυστηριακή κοινωνία μέ τούς Οἰκουμενιστές Ἐπισκόπους. Ἡ ἀλήθεια, ὅμως, τοῦ πράγματος, βάσει τῶν Ἰερῶν Κανόνων, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀντίθετη. Ἡ διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν αἱρετικῶν καί Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων στίς ἱερές ἀκολουθίες καί στή Θεία Λειτουργία εἶναι ἱεροκανονικό καί ἁγιοπατερικό δικαίωμα, πού παρέχεται μόνο στούς ὀρθοφρονοῦντες Ὀρθοδόξους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι, ἐφαρμόζοντάς το, ὄχι μόνο δέν προκαλοῦν σχίσμα στην Ἐκκλησία, ἀλλά προφυλάσσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τό σχίσμα καί τούς ψευδεπισκόπους, και γι’αὐτό εἶναι ἄξιοι κάθε τιμῆς καί ἐπαίνου[55]. Ὁποία διαστροφή καί στρέβλωση ἐκ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος καπηλεύεται αὐτό τό δικαίωμα! Δηλ. ἀντί οἱ ὀρθοφρονοῦντες Ὀρθόδοξοι κληρικοί νά προειδοποιοῦν τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τούς σύν αὐτῷ Οἰκουμενιστές μέ διακοπή μνημονεύσεως καί διακοπή ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μαζί τους, προειδοποιεῖ ὁ κ. Βαρθολομαῖος τούς ὀρθοφρονοῦντες Ὀρθοδόξους κληρικούς μέ διακοπή μνημονεύσεως καί διακοπή ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μαζί τους.
Υἱκῶς και εὐσεβάστως, λοιπόν, παρακαλοῦμε τούς κ.κ. Βαρθολομαῖο καί Ἄνθιμο καί τούς λοιπούς νά ὑποβληθοῦν στόν κόπο νά πάρουν στά χέρια τους τό Ἱερόν καί Ἅγιον Πηδάλιον τῆς Νοητῆς Νηός, δηλ. τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νά τό ἀνοίξουν καί νά ἐγκύψουν στήν μελέτη τοῦ 31ου Ἱεροῦ Ἀποστολικοῦ Κανόνος καί τοῦ 15ου Ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου ἐπί Μ. Φωτίου, μαζί μέ τήν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου. Θά ἰδοῦν ἐκεῖ τήν ἐπαλήθευση τῶν λεγομένων μας καί τήν διάψευση τῶν ἰσχυρισμῶν τους.
22. Ὁ 31ος Ἱερός Ἀποστολικός Κανών
 Ὁ 31ος Ἱερός Ἀποστολικός Κανών[56] διορίζει ἐπακριβῶς ὅτι : «Εἴ τις πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς συναγάγῃ, καὶ θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ, μηδὲν κατεγνωκώς τοῦ ἐπισκόπου ἐν εὐσεβείᾳ καὶ δικαιοσύνῃ, καθαιρείσθω, ὡς φίλαρχος· τύραννος γάρ ἐστιν. Ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί, καὶ ὅσοι ἂν αὐτῷ προσθῶνται· οἱ δὲ λαϊκοὶ ἀφοριζέσθωσαν. Ταῦτα δὲ μετὰ μίαν, καὶ δευτέραν καὶ τρίτην παράκλησιν τοῦ ἐπισκόπου γινέσθω».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρμηνεύοντας τόν παραπάνω Ἱερό Κανόνα, ἀναφέρει : «Τάξις συνέχει καί τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον. Πρέπει, λοιπόν, ἡ εὐταξία πανταχοῦ μέν να φυλάττηται ὡς συνεκτική και συστατική, καί μάλιστα δέ εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χρέος νά γνωρίζωσιν ὁ καθείς τά ἰδικά των μέτρα, καί τά ὅρια τῆς οἰκείας τάξεως νά μή ὑπερβαίνουσιν. Ἀλλ’ οἱ μέν Πρεσβύτεροι καί Διάκονοι καί κληρικοί πάντες νά ὑποτάσσωνται εἰς τόν ἰδικόν τους Ἐπίσκοπον˙ οἱ δέ Ἐπίσκοποι εἰς τόν ἰδικόν τους Μητροπολίτην˙ οἱ δε Μητροπολῖται εἰς τόν ἰδικόν τους Πατριάρχην. Διά τοῦτο καί ὁ παρών Ἀποστολικός κανών διορίζεται οὕτως Ὅποιος Πρεσβύτερος ἤθελε καταφρονήσῃ τόν ἰδικόν του Ἐπίσκοπον, καί χωρίς νά γνωρίσῃ αὐτόν πῶς σφάλλει φανερά ἤ εἰς τήν εὐσέβειαν ἤ εἰς τήν δικαιοσύνην˙ ταὐτόν εἰπεῖν, χωρίς νά γνωρίση αὐτόν πῶς εἶναι φανερά ἤ αἱρετικός ἤ ἄδικος, ἤθελε νά συμμαζώνῃ κατ’ἰδίαν τούς Χριστιανούς, καί κτίσας ἄλλην ἐκκλησίαν, ἤθελε λειτουργῇ εἰς αὐτήν ξεχωριστά, χωρίς τήν ἄδειαν καί γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου του, ὁ τοιοῦτος ὡς φίλαρχος, ἄς καθαίρηται˙ ἐπειδή ὡς τύραννος μέ βίαν καί τυραννίαν, ζητεῖ νά σφετερίσῃ τήν ἀνήκουσαν ἐξουσίαν τῷ Ἐπσικόπῳ του. Ἀλλά καί ὅσοι μέν ἄλλοι κληρικοί συμφωνήσουν μέ αὐτόν εἰς τήν τοιαύτην ἀποστασίαν, ἄς καθαίρωνται παρομοίως καί αὐτοί˙ ὅσοι δέ λαϊκοί, ἄς ἀφορίζονται. Ταῦτα ὅμως νά γίνωνται, ἀφ’ οὗ ὁ Ἐπίσκοπος παρακινήσῃ μέ γλυκάδα καί ἡμερότητα τρεῖς φοραῖς τούς ἀπ’αὐτοῦ χωρισθέντας νά λείψουν ἀπό τοιοῦτον κίνημα, καί αὐτοί σταθοῦν εἰς τό πεῖσμα των. Ὅσοι δέ χωρίζονται ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν τους πρό συνοδικῆς ἐξετάσεως, διατί αὐτός κηρύττει δημοσίᾳ κᾀμμίαν κακοδοξίαν καί αἵρεσιν, οἱ τοιοῦτοι, ὄχι μόνον εἰς τά ἀνωτέρω ἐπιτίμια δέν ὑπόκεινται, ἀλλά καί τήν πρέπεουσαν εἰς τούς Ὀρθοδόξους τιμήν ἀξιόνονται, κατά τόν ιε΄ τῆς α΄ καί β΄». 
23. Ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου
Ὁ 15ος Ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας (ΑΒ΄) Συνόδου[57] ἐπί ἁγίου Φωτίου τοῦ Μεγάλου Πατριάρχου Κων/λεως (861 μ.Χ.) διορίζει ἐπακριβῶς ὅτι : «Τά ὁρισθέντα περί πρεσβυτέρων καί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν πολλῷ μᾶλλον ἐπί Πατριαρχῶν ἁρμόζει. Ὥστε εἴ τις Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος, ἤ Μητροπολίτης τολμήσοι ἀποστῆναι τῆς πρός τόν οἰκεῖον Πατριάρχην κοινωνίας, καί μή ἀναφέροι τό ὄνομα αὐτοῦ κατά τό ὡρισμένον καί τεταγμένον, ἐν τῆ θείᾳ Μυσταγωγίᾳ, ἀλλά πρό ἐμφανείας συνοδικῆς καί τελείας αὐτοῦ κατακρίσεως σχίσμα ποιήσοι· τοῦτον ὥρισεν ἡ ἁγία Σύνοδος πάσης ἱερατείας παντελῶς ἀλλότριον εἶναι εἴ μόνον ἐλεγχθείη τοῦτο παρανομήσας. Καί ταῦτα μέν ἐσφράγισταί τε καί ὥρισται περί τῶν προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων τῶν οἰκείων ἀφισταμένων προέδρων, καί σχίσμα ποιούντων καί τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας διασπώντων. Οἱ γάρ δι’ αἵρεσίν τινα παρά τῶν ἁγίων Συνόδων, ἤ Πατέρων, κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες, ἐκείνου δηλονότι τήν αἵρεσιν δημοσίᾳ κηρύττοντος, καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς προς τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἑρμηνεύοντας τόν παραπάνω Ἱερό Κανόνα, ἀναφέρει : «Ἑκεῖνα ὁποῦ οἱ ἀνωτέρω Κανόνες (ιγ’ καί ιδ’) ἐδιώρισαν περί Ἐπισκόπων καί Μητροπολιτῶν, τά αὐτά διορίζει, καί πολλῶ μᾶλλον, ὁ παρών Κανών, περί Πατριαρχῶν, λέγων ὅτι, ὅστις Πρεσβύτερος ἤ Ἐπίσκοπος ἤ Μητροπολίτης ἤθελε χωρισθῆ ἀπό τήν συγκοινωνίαν τοῦ Πατριάρχου αὐτοῦ, καί δέν μνημονεύη τό ὄνομα αὐτοῦ κατά τό σύνηθες (ὁ Μητροπολίτης δηλ. μόνος˙ ὁ γάρ Πρεσβύτερος τοῦ Ἐπισκόπου του τό ὄνομα μνημονεύει, ὁ δέ Ἐπίσκοπος τοῦ Μητροπολίτου του) πρό τοῦ νά φανερώσουν τά κατά τοῦ Πατριάρχου αὐτῶν εἰς τήν Σύνοδον καί παρά τῆς Συνόδου αὐτός νά κατακριθῆ˙ οὖτοι, λέγω, πάντες νά καθαίρωνται παντελῶς, οἱ μέν Ἐπίσκοποι καί Μητροπολῖται, πάσης Ἀρχιερατικῆς ἐνεργείας, οἱ δέ Πρεσβύτεροι, πάσης Ἱερατικῆς. Πλήν ταῦτα μέν νά γίνωνται, ἐάν δι’ ἐγκλήματα τινά, πορνείαν θετέον, ἱεροσυλίαν καί ἄλλα, χωρίζονται οἱ Πρεσβύτεροι ἀπό τούς Ἐπισκόπους των, οἱ Ἐπίσκοποι ἀπό τούς Μητροπολίτας των, καί οἱ Μητροπολίτες ἀπό τούς Πατριάρχας των». Μέ ὑποσημείωσι στό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει ὁ ἅγιος : «Ἀγκαλά καί ὁ λα΄ Ἀποστολικός ἀνεύθυνον κρίνει καί τόν χωριζόμενον, ἐάν γνωρίζει αὐτόν καί ἄδικον». Ἐάν δέ οἱ ρηθέντες πρόεδροι ἦναι αἱρετικοί καί τήν αἵρεσιν αὐτῶν κηρύττουσι παρρησία… (Μέ ὑποσημείωσι στό σημεῖο αὐτό ἀναφέρει ὁ ἅγιος : «Ἀπό τόν λόγον τοῦτον τοῦ Κανόνος φαίνεται ὅτι δέν πρέπει τινάς νά χωρίζηται, κατά τόν Βαλσαμῶνα, ἀπό τόν Ἐπίσκοπόν του, ἐάν αὐτός ἔχη μέν καμμίαν αἵρεσιν, τήν φυλάττει, ὅμως, εἰς τό κρυπτόν καί δέν τήν κηρύττει˙ τυχόν γάρ αὐτός πάλιν ἀφ’ἑαυτοῦ μετά ταῦτα νά διορθωθῆ») …καί διά τοῦτο χωρίζονται οἱ εἰς αὐτούς ὑποκείμενοι, καί πρό τοῦ νά γένη ἀκόμη συνοδική κρίσις περί τῆς αἱρέσεως ταύτης, οἱ χωριζόμενοι αὐτοί, ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν».
24. Ἀνάγκη μετανοίας τῶν Οἰκουμενιστῶν πρό τοῦ θανάτου
Φημολογεῖται ἐδῶ καί καιρό ὅτι ὁ κ. Βαρθολομαῖος πάσχει ἀπό τήν ἐπάρατη νόσο καί ὑποβάλλεται σέ χημειοθεραπεῖες, ἀπό τήν ὁποία εὐχόμεθα συντόμως νά ἰαθεῖ. Ἤδη βρίσκεται εἰς τήν δύσιν τῆς πατριαρχείας του καί τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, φθάσας τά 78 ἔτη. Ὅμοιως, ὁ κ. Ἄνθιμος ἄγγιξε ἤδη τά 82 ἔτη. Ἐρωτῶμεν : Δέν θά ἦταν φρονιμότερον καί συνετότερον νά προετοιμάζονται γιά τήν ἔξοδο τῶν ψυχῶν τους ἀπό τήν ματαία καί πρόσκαιρη αὐτή ζωή καί ἰδίως γιά τήν ἀπολογία τους ὡς Ἀρχιερέων ἐνώπιον τοῦ φρικωδεστάτου, φρικτωτάτου καί φοβερωτάτου βήματος τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ; Μέ τέτοιες ἐνέργειες, ὡς οἱ ἀνωτέρω, ἀτυχῶς διόλου δέν βοηθοῦν τούς ἑαυτούς τους.
25. Ἀνάγκη συγκλήσεως ἀντισυνόδου
Ἡ ἀντικανονική καί ἀπειλητική πατριαρχική ἐπιστολή θά μποροῦσε νά ἀντιστραφεῖ, νά ἀποσταλεῖ δηλ. ἀπό τά τέσσερα Πατριαρχεία Ἀντιοχείας, Ρωσίας, Γεωργίας Βουλγαρίας, πού δέν ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, πρός ὅλους τούς Όρθοδόξους Ἐπισκόπους, καταγγέλοντας συνοδικῶς τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τούς σύν αὐτῷ, καί λέγοντας περίπου τά ἐξῆς :
«Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί οἱ σύν αὐτῷ ὁμόφρονες κληρικοί καί λαϊκοί, διά τοῦ διαδικτύου καί τῶν διαφόρων μέσων γενικῆς ἐνημερώσεως, περιερχόμενοι δέ καί διαφόρους ἀδελφάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, προσκαλοῦσι τούς ἀδελφούς Προκαθημένους καί τούς ποιμένας, ἀλλ' ἰδιαιτέρως τόν εὐσεβῆ Ὀρθόδοξον Λαόν, εἰς καταναγκαστικόν πειθαναγκασμόν, τυφλήν καί βιαίαν ὑπακοήν καί ἀποδοχήν τῶν αἱρετικῶν ἀποφάσεων τῆς ἐν Κρήτῃ συνελθούσης καί διασπασάσης τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας ληστρικῆς ψευδοσυνόδου.
Οὗτοι ἐπιτελοῦσι διαβρωτικόν συνειδήσεων καί προκαλοῦν σκανδαλισμόν ἀνίερον ἔργον ἐν τῷ κλίματι τῆς ἀνά τήν Οἰκουμένην Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐπί πλέον, ἡ οἰκουμενιστική αὔτη ὁμάς ἐμφανίζει ἑαυτήν ὡς ἐκφράζουσαν τήν συνείδησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
Τά σκοπίμως καί ἀνιέρως λεχθέντα καί πραχθέντα ὑπό τῶν ἐν λόγῳ κληρικῶν καί λαϊκῶν ἀποτελοῦσι, κατά τόν Μέγαν Βασίλειον, «ψυχῶν δηλητήρια [...] ἅπερ αἱ [...] μήνιγγες» τῶν εἰρημένων «ἐκβοῶσι πολυφάνταστοι οὖσαι διά τό πάθος». Ἄλλωστε, «τό σχῖσαι Ἐκκλησίαν, καί φιλονείκως διατεθῆναι, καί διχοστασίας ἐμποιεῖν καί τῆς συνόδου διηνεκῶς ἑαυτόν ἀποστερεῖν, ἀσύγγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον, καί πολλήν ἔχει τήν τιμωρίαν»
Ἀτυχῶς, τήν συμπήξασαν μέτωπον κατά τῆς κανονικῆς ὈρθοδόξουςἘκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἱεροκανονικῶν καί Ἁγιοπατερικῶν ἀποφάσεών της, διά τῆς ἐν Κρήτῃ συνελθούσης ψευδοσυνόδου, γνωστήν οἰκουμενιστικήν ὁμάδα ἐνισχύουσι, διά τῆς στάσεως αὐτῶν, καί ἕτεροι πλεῖστοι οἰκουμενισταί Προκαθήμενοι καί Ἱεράρχαι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά τῆς γραφίδος καί τοῦ εὐκαίρως - ἀκαίρως ἐκφερομένου, ἐπί παντός τοῦ ἐπιστητοῦ ἀκρίτου λόγου αὐτῶν, ὡς ἐπί παραδείγματι οἱ Σεβασμιώτατοι Μητροπολῖται Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας καί Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ. Οἱ οὕτως ἐνεργοῦντες λησμονοῦσιν ἀσφαλῶς ὅτι «τά συνοδικῶς σκεπτόμενα καί διαγινωσκόμενα, τῶν κατά μόνας γνωματευομένων κρείττονά εἰσι καί ἐπικρατέστερα».
Ὅθεν, παρακαλοῦμεν ὅπως λάβητε τά προσήκοντα μέτρα καί προβῆτε εἰς τάς δεούσας συστάσεις πρός τούς εἰρημένους κληρικούς καί πρός τά συγκεκριμένα στελέχη, ἵνα παύσωσι νά ἐνεργῶσιν ἀντιεκκλησιαστικῶς καί ἀντικανονικῶς, νά σκανδαλίζωσι ψυχάς, «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανε», καί νά προκαλῶσι προβλήματα εἰς τήν ἑνιαίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Καλῶς γιγνώσκοντες οἱ πάντες, ὅτι «οὐδέν οὕτω παροξύνει τόν Θεόν, ὡς τό Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι» ὡς ἀτυχῶς συμβαίνει διά τῆς συμπεριφορᾶς τῶν εἰρημένων, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχομεν ὅτι θέλετε ἐνεργήσει τό δέον, κατά τήν κανονικήν ἀκρίβειαν, καί προβῆτε εἰς τάς δεούσας πρός τούς εἰρημένους κληρικούς καί λαϊκούς ἐκκλησιαστικάς συστάσεις καί προτροπάς, ἵνα μή δίδωσιν ἀφορμάς εἰς "σκάνδαλα", ἐπί ἀπειλῇ ἐπιβολῆς, ἐν περιπτώσει μή ἀνανήψεως, τῶν προβλεπόμενων ὑπό τῶν Θείων καί ἱερῶν κανόνων κυρώσεων, πρός θεραπείαν τῶν διά τῆς συμπεριφορᾶς αὐτῶν προκαλουμένων εἰς τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μωλώπων.
Πρός τούτοις, ὡσαύτως παρακαλοῦμεν θερμῶς τάς Ύμετέρας Μακαριοτήτας καί Σεβασμιοτήτας ὅπως ἐπιστήσητε ἰδιαιτέρως τήν προσοχήν τῶν προκαλούντων διά δηλώσεων καί ἐγκυκλίων αὐτῶν ἀναστάτωσιν εἰς τόν λαόν τοῦ Θεοῦ Πατριαρχῶν καί Ἱεραρχῶν της Όρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς τῶν ἀνωτέρω ρηθέντων Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου καί Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν Γέροντος Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ καί πλείστων ἑτέρων, σύν τῇ δηλώσει ὅτι, ἐάν δέν ἀνανήψωσι καί δέν ἔλθωσιν εἰς ἑαυτούς, ἐάν δέν ἀπορρίψωσι τήν Κολυμπάριον ψευδοσύνοδον, δέν ἀνακαλέσωσιν καί ἀποσύρωσιν τάς ὑπογραφάς των καί δέν μετανοήσωσιν διά τά ἐν αὐτῇ ὅλως ἀντικανονικῶς, ἀντιεκκλησιολογικῶς καί ἀντορθοδόξως πραχθέντα, τά καθ' ἡμᾶς Ἁγιώτατα Πατριαρχεῖα καί Ἐκκλησίαι θέλουσιν ἀντιμετωπίσει τό δημιουργούμενον πρόβλημα διά τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί μυστηριακῆς κοινωνίας μετ' αὐτῶν, ὡς προκαλούντων τήν κοινήν εὐθύνην καί τό χρέος πάντων τῶν Ὀρθοδόξων Ποιμένων πρός διασφάλισιν τῆς ἑνότητος, τῆς εἰρήνης καί τῆς ἑνιαίας μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τά ἀνωτέρω, ἐν πόνῳ ψυχῆς καί ἄλγει καρδίας καταγγέλλοντες ὑπευθύνως, πρίν ἤ τό ὑπερβαῖνον τό δικαίωμα ἐλευθέρας ἐκφράσεως οἰκοδομητικῆς γνώμης ἀνίερον τοῦτο ἔργον λάβῃ μείζονας καί δυσθεραπεύτους διαστάσεις».
26. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται
Τέλος, ἄς μήν λησμονοῦμε ποτέ στή ζωή μας ὅτι «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται»[58], ὅτι «ἐάν οὖτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται»[59] καί ὅτι «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καί ὁ ρυπαρός ρυπαρευθήτω ἔτι καί ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι»[60].

Οἱ ὑπογράφοντες
Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς Ὑποψήφιος Διδάκτωρ Θεολογίας
Πρεσβυτέρα Κωνσταντίνα Ἀγγελακοπούλου - Λουλουδάκη Βρεφονηπιοκόμος
Πολυχρόνιος Τσώρης Ἐλεύθερος Ἐπαγγελματίας Κόρινθος
Σοφία Τσέκου Καθηγήτρια Κόρινθος
Ἀθανάσιος Τσώρης Λογιστής Κόρινθος
Ἀγγελική Ράπτη Λογίστρια Κόρινθος
23 Δεκεμβρίου 2016

[2] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» καί ἡ κατάληξή τους (Σεπτέµβριος 2016) http://aktines.blogspot.gr/2016/09/blog-post_197.html καί Παρέµβαση καί κείµενο στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Νοέµβριος 2016) http://aktines.blogspot.gr/2016/11/2016.html
[3] ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἔκθεσις ἐπί τοῦ θέματος τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου» ὑποβληθεῖσα πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον αῆς ἐν Σερβίᾳ Ἐκκλησίας τό 1971, ἐν Α. Δ. ΔΕΛΗΜΠΑΣΗΣ, Πανορθόδοξος Σύνοδος. Σύνοδοι, Ἀντισύνοδοι καί ἡ «Πανορθόδοξος Σύνοδος», Ἀθήναι 1976, σσ. 117-8.
[4] ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ἐκδ. Ἀστήρ-Παπαδημητρίου, Ἀθήναι 1978, σ. 224 καί ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ, Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας καί Πνευματικότητας, σημειώσεις ἀπό τίς πανεπιστημιακές παραδόσεις, ἐκδ. Ὑπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσ/κη 200-2001, σ. 89.
[5] ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ, Ἐπιστολή πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο γιά ὅσους ἀντιδροῦν στή Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, 18-11-2016, http://aktines.blogspot.gr/2016/12/blog-post_80.html
[6] ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ κ. ΑΝΘΙΜΟΣ, Ἐπιστολές πρός τούς ἱερεῖς π. Θεόδωρο Ζήση καί π. Νικόλαο Μανώλη, 10-12-2016, https://katanixis.blogspot.gr/2016/12/blog-post_91.html
[7] http://www.bg-patriarshia.bg/news.php?id=220554http://aktines.blogspot.gr/2016/12/blog-post_96.htmlΤό Πατριαρχείο Βουλγαρίας γιά τή Σύνοδο τῆς Κρήτης, 8-12-2016, http://thriskeftika.blogspot.gr/2016/12/blog-post_55.html
[8] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΣΕΡΡΩΝ κ. ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εἰσήγηση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τίτλο : «Ἐνημέρωσις περί τῶν διεξαχθεισῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», 24-11-2016, http://www.romfea.gr/images/article-images/2016/11/eisigisi-serron.pdfhttp://www.romfea.gr/ekklisia-ellados/11628-i-eisigisi-tou-mitropoliti-serron-stin-ierarxia
[9] Ἡ Ἱεραρχία ἀποφάσισε νά ἐνημερώσει τόν λαό, 24-11-2016, http://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/11624-i-ierarxia-apofasise-na-enimerosei-ton-lao
[10] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 2003, σ. 156.
[11] Ὅ. π., σσ. 191-194 και 199-200.
[12] Πῶς ἀντιλαμβάνεται ἡ ἐκκλησιαστική παράδοση τίς ἔννοιες τῆς εἰσπήδησης καί τῆς Οἰκουμενικότητας, 13-6-2014 http://www.diakonima.gr/2014/06/13/πώς-αντιλαμβάνεται-η-εκκλησιαστική-π/
[15] Σχ.βλ. ἡμέτερον κείμενον μέ τίτλο «Ἡ ἔξοδος τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση ἀπό τό Οἰκουμενιστικό περιβάλλον τοῦ Φαναρίου», 31-7-2015, http://www.impantokratoros.gr/C49603C8.el.aspx
[16] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση, ἐκδ. Βρυέννιος, Σειρά ‘’Φίλη Ὀρθοδοξία’’ 4, Θεσ/κη 2002.
[17] Τοῦ ἰδίου, «Οἱ Ἁγιοταφῖτες δείχνουν τόν δρόμο στούς Ἑλλαδῖτες Ἀρχιερεῖς», Θεοδρομία Ζ2 (Ἀπρίλιος - Ἰούνιος 2005) 163-168.
[18] Τοῦ ἰδίου, «Ἔληξεν ἡ δίωξη. Ὁ ἀγῶνας συνεχίζεται», Θεοδρομία Ζ3 (Ἰούλιος - Σεπτέμβριος 2005) 323-327.
[19] Ματθ. 5, 10-12.
[20] Ματθ. 18, 7.
[21] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ὁμολογία Πίστεως κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦhttp://www.impantokratoros.gr/B742476A.el.aspx
[22] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ὅ.π., σσ. 4-5.
[23] ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ, Περί διακοπῆς μνημοσύνου σε πατριάρχη, Πῶς φθάσαμε στήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρα τό 1970. Ἀπαντήσεις ἐπί ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, Ἀθήναι 1973, σσ. 49-50 http://www.ekklisiaonline.gr/ekklisisiaellados/episkopos-avgoustinos-kantiotis-peri-diakopis-mnimosynou-se-patriarxi/
[24] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ὅ.π, σ. 358.
[25] Οἰκουμενικός Πατριάρχης πρός Πατριάρχη Ἱεροσολύμων : Ἀμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24-5-2014) http://www.amen.gr/article18151 (§4) 
[26] «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network, http://www.ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[27] Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998), ἐν Ἐπίσκεψις 563 (31-11-1998)
[28] «Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008, ἐν http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[29] Ἐπίσκεψις 603, 15 καί 523 (Γενεύη 1995) 12 καί 511 (30-11-1994) καὶ 494 (Γενεύη 1994) 23, Ὀρθόδοξος Τύπος 11-9-2009, Ἀδέσμευτος Τύπος (Μήτση) 21-9-2004
[30] Ἀντιφώνηση πρὸς τὸν πρόεδρο τοῦ Ἰρὰν Mohamend Khatami στὶς 13-1-2002. Ἐπισκεψις 606, 2 , Ὀρθόδοξος Τύπος 15-3-2002
[31] Ἐπίσκεψις 563, 21.5. www.romfea.gr/index.php?option =com_ content&task=view&id=3117&Itemid=2, Ἐκκλ. Πρακτορεῖο Εἰδήσεων www.amen.gr 20/1/2013
[32] Ἀπογευματινή 21-9-2003
[33] Νέα Ὑόρκη 28-10-2009. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης παραλαμβάνει τὸ βραβεῖο «Μακκαβαίων», μὲ τὸ ὁποῖο τὸν «τίμησε» ἡ Ἑβραϊκὴ Συναγωγὴ τῆς πόλης.
[34] Ὁμιλία στὸ Μπαχρέϊν στὶς 25−9−2000. Ἐπίσκεψις 588, 16 καὶ ἀπὸ μήνυμα, ποὺ ἔστειλε στοὺς Μουσουλμάνους ὅλου τοῦ κόσμου μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ Ραμαζανίου. Ρεπορτὰζ τοῦ Νίκου Παπαδημητρίου στὸ “Flash” στὶς 16.12.2001.
[35] Ἐπίσκεψις 423 (15-7-1989) 6-7.
[36] ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΗΣΗΣ, «Γένεση καί ἐξέλιξη τῆς πατρομαχικῆς μεταπατερικότητας»,Θεοδρομία ΙΔ(Ἰανουάριος-Μάρτιος 2012) 45-46. 
[37] Ἐπίσκεψις 647 (30-4-2005) 2-3. «Καθολική» 22-7/-003, ἐπίσημη ἐφημερίδα τῶν ΡΚαθολικῶν στὴν Ἑλλάδα
[38] «Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ῆς ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε.», Θεοδρομία 1 (Ἰαν.–Μάρτιος 2008) σ. 145
[39] Ἐπίσκεψις 563 (30.11.1998) 6. Προσφώνηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, κατά τή θρονική ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου στίς 30.11.1998 πρός τήν παπική ἀντιπροσωπεία, ἐπικεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Καρδινάλιος William Η. Keeler. Τό πλῆρες κείμενο δημοσιεύεται στό περιοδικό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως «Ἐπίσκεψις» 563 (1998) 4-8.
[42] Υψηλή τιμητική διάκριση για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο (ΦΩΤΟ) 27-10-2015, http://www.amen.gr/article/ypsili-timitiki-diakrisi-ston-oikoumeniko-patriarxi-vartholomaio-foto Ὁμιλία Πατριάρχου Βαρθολομαίου κατά τήν ἀναγόρευσή του σέ ἐπίτιμο διδάκτορα ἀπὸ τὸ Πανεπιστημιακὸ Ἰνστιτοῦτο "Σοφία", τοῦ παπικοῦ κινήματος «Focolari» τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2015.
[43] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, 26-11-2014, http://www.theodromia.gr/A9455A79.el.aspx
[44] ἐφημερίδες "Αὐριανή" τῆς 26ης -10-1991 καί "Ἐλεύθερη Ὥρα" τῆς 30ης -10-1991", http://www.press-gr.com/2010/02/blog-post_607.html
[45] Σέ κλίμα ἔντασης ἡ συνεδρίαση τῆς Ι.Σ.Ι. γιά τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, 23-11-2016, http://orthodoxia.info/news/σε-κλίμα-έντασης-η-συνεδρίαση-της-ισι-γ/
[46] Τά μηνύματα τοῦ «Πάπα» καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στό Διεθνές Συνέδριο τῆς Θεσσαλονίκης γιά τόν ἐπανευαγγελισμό, 29-9-2016, http://www.amen.gr/article/ta-minymata-tou-papa-kai-tou-oikoumenikou-patriarxi-sto-diethnes-synedrio-tis-thessalonikis-gia-ton-epanevaggesmo
[47] Ξεκίνησαν οἱ ἐργασίες τοῦ Διεθνοῦς Συνεδρίου στή Θεσσαλονίκη γιά τόν Ἐπανευαγγελισμό (ΦΩΤΟ) 29-8-2016, http://www.amen.gr/article/ksekinisan-oi-ergasies-tou-diethnous-synedriou-gia-ton-epanevaggelismo-sti-thessaloniki-foto, Ὁ Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος στήν ὁμιλία τοῦ Παπικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας στό ΙΔ΄ Οἰκουμενιστικό Διαχριστιανικό Συμπόσιο μέ θέμα «Εὐαγγελισμός καί Ἐπανευαγγελισμός στήν Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνα» 29-8-2016, http://aktines.blogspot.gr/2016/08/21.html
[48] Βολές τοῦ Μητροπολίτη Ἀνθίμου γιά τίς ἀπουσίες ἀπό τήν Πανορθόδοξη : «Ζήλια, φθόνος καί ἔλλειψη πνεύματος Χριστοῦ προκαλοῦν τή διάσπαση» (ΒΙΝΤΕΟ) 12-6-2016, http://www.vimaorthodoxias.gr/eipan/item/83354
[49] Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα : «Δέν ἦρθε ὡς ἀρχηγός τῶν Καθολικῶν, ἀλλά ὡς ὁ ἀρχηγός τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ» (ΒΙΝΤΕΟ) 17-4-2016, http://www.vimaorthodoxias.gr/eipan/item/79938
[50] Ἀποκαλύφθηκε ὁ ανδριάντας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Ἰωακείμ τοῦ Γ', 8-12-2014, http://www.romfea.gr/diafora-ekklisiastika/28631-2014-12-08-21-36-34
[51] Ἀποκλειστικό! Ἀποχώρησαν ἀπό τόν Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης, στή θέα τοῦ Μονοφυσίτη ἀρχιεπισκόπου κατά τήν ὥρα τῆς ἀκολουθίας 13-10-2014, http://katanixis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_39.html
[52] Ὁ «Πατριάρχης» Ἀράμ στόν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (ΦΩΤΟ) 24-9-2016, http://www.romfea.gr/ektakta-nea-2/26903-2014-09-24-12-18-56
[53] Ἐπιστολὴ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης -ἐντολῇ Ἀνθίμου- στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στίς 20-2-2015 : «Ὀρθοδ. Τύπος», φ. 2058, 20/2/2015, http://www.orthodoxostypos.gr/pdf/2058.pdf
[54] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, ὅ.π., σσ. 15-16.
[55] ΣΥΝΑΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΩΝ, Ἀνοικτή Ἐπιστολή - Ὁμολογία γιά τή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης, 29-9-2016, σ. 13, http://aktines.blogspot.gr/2016/09/blog-post_318.html
[56] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣὅ.π., σσ. 39-40.
[57] Ὅ. π., σ. 358.
[58] Β΄ Τιμ. 2, 9.
[59] Λουκ. 19, 40.
[60] Ἀποκ. 22, 11.
trelogiannis

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )