.

.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Το ’40 στα σχολικά βιβλία Γλώσσας: δειλία, ηττοπάθεια και διασυρμός του Έπους!



Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς
 Όσο παραμένει, στα σχολικά βιβλία,  η μαγαρισιά,  που ατιμάζει την επέτειο, θα επιμένουμε στην επισήμανσή της. Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε πέρυσι στο περιοδικό «ΑΦΥΠΝΙΣΗ» της ιεράς μονής  αγίου Νικοδήμου στο όρος Πάικο του Κιλκίς.
Στον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε στην Ακαδημία Αθηνών, στις 27 Οκτωβρίου του 1960, ο μεγάλος μας λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης, μεταξύ των άλλων σπουδαίων ανέφερε και ένα συγκλονιστικό γεγονός, που διαδραματίσθηκε, όχι «στο διάσελο της Ιστορίας» (Βρεττάκος), στις αετοράχες της Πίνδου, αλλά στα μετόπισθεν, όπου  απόλεμος πληθυσμός της πατρίδας μας συναγωνιζόταν την ανδρεία των μαχητών. Το μεταφέρω:
«Είχε οργανωθή, κατά τη διάρκεια του αγώνα υπηρεσία μεταγγίσεως αίματος, απ’ τον Ερυθρό Σταυρό της Ελλάδος. Είχα και ένα φίλο γιατρό, σ’ αυτή την υπηρεσία, λοιπόν πήγαινα κάπου-κάπου να τον δω και να τα πούμε. Ο κόσμος έκαμε ουρά κάθε μέρα για να δώση το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα, λοιπόν, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός, είδε μέσα στην σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται και ένα γεροντάκι.

-Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;
Ο γέρος απάντησε δειλά:
-Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.
Ο γιατρός τον κοίταξε αυστηρά με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε το δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.
-Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό, και ακόμα ποτές μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιούς. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω. Χαλάλι της πατρίδας. Όμως μου είπαν πως οι δύο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα ‘ναι κι άλλοι πατεράδες, που μπορεί να χάσουν τα παλληκάρια τους, γιατί δε θα ‘χουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. Άιντε, πήγαινε, γέρο μου μού είπε κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας. Κι εγώ σηκώθηκα κι ήρθα». («Η 28η Οκτωβρίου 1940», πανηγυρική λόγοι ακαδημαϊκών, επιμέλεια Πέτρος Χάρης, Αθήνα 1978, σ. 322).
Τι μεγάλη ψυχή ο γέροντας της ιστορίας! Τρεις γιούς και… χαλάλι της πατρίδας! Προσθέτει ένα νέο στοιχείο τούτη η διήγηση, όπως το γράφει ο Μυριβήλης: Ανδρείους μπορεί να βγάλει κάθε πατρίδα. Αγίους όμως μόνον αυτές που καταυγάζονται από το φως της Ορθοδοξίας, από το φώς του Χριστού και η Ελλάδα ανήκει-θέλουν δεν θέλουν οι εκκλησιομάχοι-σ’αυτήν την εκλεκτή μερίδα!
Γιορτάζουμε του «ΟΧΙ», τρία γράμματα, μια ελαχιστότατη λέξη που περικλείει μέσα της το μεγαλείο της ελληνικής ιστορίας!! Με τα «ΟΧΙ» ανήλθαμε στις κορυφές της δόξας!! Με τα «ΝΑΙ» και τις προδοσίες των διαχρονικών Νενέκων (ή μήπως Ναιναίκων;) μας σαβάνωσε η ντροπή και η υποτέλεια. Θα ξεδιπλωθούν και οι σημαίες στα μπαλκόνια των σπιτιών-όσων καίγονται από αγάπη για το «ιερό πανί» και όχι όσων τις καίνε- θα ακούσομε και τον Εθνικό μας Ύμνο, που δεν είναι ύμνος εις την Ελλάδα, αλλά Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Για τον εθνικό μας ποιητή είναι αξεδιάλυτα-ένα αυτά τα δύο. Και λέγεται πως, όταν το 1826 ο τότε πρωθυπουργός της Αγγλίας, Κάνιγκ, διάβασε τον Ύμνο του Σολωμού, συγκλονίστηκε και συνέταξε το Πρωτόκολλο με το οποίο αναγνώριζε τον αιμόφυρτο τόπο μας ως κράτος. Γιατί οι μεγάλοι του κόσμου συναγάγουν συμπεράσματα για την πολιτική τους, όχι με κριτήριο την «ετοιμότητα υποκλίσεων», αλλά με κριτήριο την αποφασιστικότητα των λαών και των κυβερνήσεών τους, να υπερασπίσουν την εθνική τους αξιοπρέπεια με θυσίες και με το αίμα τους, αν χρειαστεί!
Το ’40 νικήσαμε γιατί ο λαός και οι μαχητές του μέθυσαν με τ’ αθάνατο κρασί του ’21. Γιατί έβλεπαν την Παναγία να περπατά πάνω στα χιόνια, γιατί ντρέπονταν να ντροπιαστούν!
Στην τότε εφημερίδα «Πρωΐα» δημοσιεύτηκε επιστολή μιας μάνας χήρας από τα Μέγαρα, που μόλις είχε λάβει τον πολεμικό σταυρό ανδρείας του σκοτωμένου γιού της. (Δεν πήγαν να σκοτώσουν εκείνα τα παιδιά, πήγαν να πεθάνουν για την πατρίδα τους!). Έγραφε η χαροκαμένη μάνα στην επιστολή: «Ο Δημητρός μου, ο μοναχογιός μου, προστάτης των τριών κοριτσιών μου, έπεσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Χαλάλι της πατρίδος ο Δημητρός μου. Ας ήτανε να πέθαινα κι εγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω η Ελλάς». Τέτοιοι γονείς που χαλάλιζαν τα παιδιά τους στην πατρίδα, ανάγκασαν σοφό της εποχής να αναφωνήσει: «Βγάλτε τα στεφάνια της νίκης από τα κεφάλια των στρατιωτών μας και φορέστε τα στα κεφάλια των γονιών τους»!
Και όταν φύγει το ψευτορωμαίικο, όπως το έλεγε ο Πατροκοσμάς, το λυμφατικό χαρτοβασίλειο του «ΝΑΙ» που ζούμε τώρα και έλθει το πραγματικό ρωμαίικο και αποκτήσουν τα παιδιά, οι μαθητές μας τα βιβλία που πρέπει, τέτοια θα διαβάζουν, με τέτοια παραδείγματα θα γαλουχούνται και θα μορφώνονται.
«Όταν θ’ ανθίσουν τούτοι οι τόποι
όταν θα ‘ρθούνε καινούργιοι άνθρωποι
θα συνοδεύσουν την βλακεία.
στην τελευταία της κατοικία».
(Ν.Γκάτσος)
Γιατί σήμερα η βλακεία, η προδοσία και η δειλία κυριαρχούν στα «περιοδικά ποικίλης ύλης», που τα ονομάζουν ευφημιστικώς βιβλία Γλώσσας! Είναι η πρώτη φορά από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, που δεν σέβονται οι συγγραφικές ομάδες και παρέες του υπουργείου πρώην εθνικής και νυν νεοταξικής εκπαίδευσης τους αγώνες, τις επετείους του λαού μας!
Στην Γ’ Δημοτικού, στο α’ τεύχος του βιβλίου Γλώσσας, σελ.79, το αφιέρωμα στο Έπος του ’40, περιορίζεται στη εξής αναφορά: «Από το ημερολόγιο της Ροζίνας, μιάς δεκάχρονης εβραιοπούλας από τη Θεσσαλονίκη. Οκτώβριος 1940: Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940 δεν πήγαμε σχολείο. Είχε κηρυχτεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Αναστατωμένα ήμασταν εμείς τα παιδιά. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη. Στο μαγαζί του πατέρα μου γίνηκαν πολλές καταστροφές». Και τέλος! Τίποτε άλλο! Αυτό μαθαίνουν χιλιάδες Ελληνόπουλα για το Σαράντα! Αναστάτωση (όπως λέμε «συνωστισμός») και καταστροφή ενός εβραϊκού μαγαζιού! Σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπως στην Πάτρα, σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι και παιδιά από ιταλικά βομβαρδιστικά. Έγραψαν γι’ αυτό οι εφημερίδες της εποχής. Γιατί δεν συμπεριέλαβαν ένα τέτοιο συμβάν;
Το επόμενο όμως αφιέρωμα της Ε’ Δημοτικού είναι εξοργιστικότατο! Στην σελίδα 44 του α’ τεύχους του βιβλίου Γλώσσας-δηλητηρίασης των παιδιών και μαγαρίσματος της μνήμης περιέχεται κείμενο με τίτλο:
«Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο!» Και υπότιτλο: «Κι εμείς πήγαμε στο υπόγειο». Και αφού κρύφτηκαν στο υπόγειο, διαμείβονται οι εξής άθλιοι διάλογοι:
«Μετά γύρισε (ο μπαμπάς) στη μανά και της είπε πώς θα τρέξει στην τράπεζα να σηκώσει λεφτά. «Δεν έχουμε δραχμή», είπε κι έφυγε τρέχοντας στη σκάλα…». Όταν ο προκομμένος ο μπαμπάς γύρισε από την τράπεζα απογοητευμένος, γιατί η τράπεζα ήταν κλειστή και δεν μπόρεσε «να σηκώσει λεφτά», πήγαν σ’ ένα υπόγειο, «στης κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί τα σπίτι της έχει υπόγειο και το λιακωτό της είναι τσιμεντένιο και δεν μπορούν να το τρυπήσουν οι μπόμπες». Και ο μπαμπάς –πρότυπο ήρωα- πήρε στην αγκαλιά του τον αφηγητή, παιδί μικρό και του είπε:
«-Άκη, από σήμερα θα γίνεις άντρας». Και ο Άκης, εμπνεόμενος από την «γενναιότητα» του πατέρα του, απάντησε:
«Εγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δεν ήθελα να γίνω σήμερα άντρας…». Βεβαίως, γιατί οι άντρες στρατεύονται και πολεμούν! Ενώ όσοι δεν θέλουν να γίνουν άντρες, παίρνουν το Ι5 (γιώτα πέντε) χαρτί απόλυσης και σπεύδουν στα υπόγεια και άσε τα κορόιδα να κατασκοτώνονται για την τιμή της πατρίδας!
Τι κείμενο είναι αυτό; Ποιο μήνυμα περνά; Πριν σχολιάσω να τονίσω το εξής: Όλοι οι ειδικοί επιστήμονες που ασχολούνται με την γλώσσα και την διδακτική της, γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν αθώα παραμυθάκια και ότι κάθε γλωσσικό κείμενο, ακόμα και ένα πρόβλημα μαθηματικών, προάγει συγκεκριμένες αξίες και στάσεις ζωής, πρότυπα δηλαδή.
Τι «προάγει» το προαναφερόμενο σκουπίδι; Πρώτον: Την δειλία, την ηττοπάθεια, την αφιλοπατρία, το ψεύδος! Γνωρίζουμε από τα «επίκαιρα» της εποχής ότι την ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος και η γενική επιστράτευση ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας! Έξαρση, ενθουσιασμός, φιλοπατρία, πίστη για το δίκαιο του αγώνα, θάρρος, ένα πραγματικό γλέντι του λαού, που είχε απηυδήσει από τις προκλήσεις του ιταμού και ολιγόνου Μουσολίνι! Και οι μπαμπάδες δεν κρύβονταν σαν λαγοί στα υπόγεια ούτε έτρεχαν στις τράπεζες! Αυτά τα σκέφτονται οι Γραικύλοι της σήμερον που γράφουν τα βιβλία! Να γλιτώσουν τις καταθέσεις τους και τα παλιοτόμαρά τους και η πατρίδα ας χαθεί! Εκείνοι οι μπαμπάδες, οι παππούδες μας, ντύνονταν στα χακί, και πήγαιναν, «με το χαμόγελο στα χείλη», μπροστά, στα μαρμαρένια αλώνια του Γένους! Καλά το γράφει ο ποιητής:
«Με ζήλο στα σκολειά της προδοσίας
του σάπιου αιώνα σέπεται η γενιά!».
(Κ.Βάρναλης, «Αιδώς, Αργείοι!»)
Σημειωτέον ότι στο ίδιο βιβλίο το αφιέρωμα για το «Πολυτεχνείο» καλύπτει επτά (7) σελίδες! Το αφιέρωμα στο ’40, πέντε (5)! Το να δίνεται στην 17η Νοεμβρίου 1973 ο χαρακτήρας μιας εθνικής επετείου και μάλιστα ισάξιας και ανώτερης-κρίνοντας από τον αριθμό των σελίδων-είναι από τα «πρωτότυπα» ευρήματα της νέας, νεοταξικής ιδεολογίας που διαπερνά τα βιβλία και προβληματικό από κάθε άποψη, που δεν έχει καμμία θέση σε σχολικό βιβλίο! Κι αν δεν κάνω λάθος, τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου», τύπου Δαμανάκη, Λαλιώτη και χιλιάδων άλλων «αντιστασιακών», ακόμη την χρυσοπληρώνει ο ελληνικός λαός…
Το εξευτελιστικό για την ιστορία μας κείμενο για το «υπόγειο» χάσκει εδώ και 10 περίπου χρόνια στα βιβλία-πανέρια με οχιές. Κάποιες αντιδράσεις υπάρχουν, όμως οι αόρατος αυθέντες του τόπου, που κυκλοφορούν σε διάφορες «Στοές» δεν συγκινούνται. Μας προκαλούν, ένα ολόκληρο λαό, που ήπιε προφανώς το «τρελλό νερό» (Κόντογλου) της αφασίας και της απάθειας, γι’ αυτό και συνεχίζεται το μάθημα γενιτσαρισμού. Οι αυριανοί «πορκουάδες» ετοιμάζονται…
Να κλείσω «φτύνοντας» το ψεύδος και το ατίμασμα της ηρωικής γενιάς του ’40, παραπέμποντας σε ένα κείμενο αυτόπτη μάρτυρα της ημέρας που οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Τότε που ο λαός μας, κατά το ρυπαρογράφημα, «έτρεχε να κρυφτεί στα υπόγεια»:

«Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων […] έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. […] Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μία λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μία τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο. (Γ.Θεοτοκάς, Τετράδια Ημερολογίου 1939-1953, Βιβλιοπωλείον της Εστίας)

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Παπάς παλικάρι δολοφονείται στην Εκκλησία

Συγκλονιστικές λεπτομέρειες από τη ζωή και τις τελευταίες στιγμές του Ιερομάρτυρος Daniil Sisoev (+19-11-2009)
Μιλάει ο φίλος του και στενός συνεργάτης π. Iurii Maximov 



 Πηγή: Serbskie besedi: poslednee interviu otta Daniila
Eπιμέλεια - Μετάφραση:
 
proskynitis

Αναδημοσίευση από Μπλογκ: "Νεκρός για τον κόσμο": o-nekros. και  proskynitis

 

- Τον π. Δανιήλ τον γνώριζα 10 χρόνια -από τον Οκτώβριο του 1999.

Σ' αυτά τα δέκα χρόνια τον άκουσα πολλές φορές να λέει ότι επιθυμεί να πεθάνει σαν μάρτυρας. Φοβάμαι ότι αυτό από τα χείλη μου ακούγεται πολύ διαφορετικά από ότι θα ακουγόταν από τα δικά του. Όταν μιλούσε γι' αυτό, έτσι απλά και χαμογελαστά, αισθανόμουν το ίδιο ξάφνιασμα και την ίδια απορία που είχα όταν διάβαζα τις επιστολές του Αγ. Μάρτυρος Ιγνατίου, όπου εξέφραζε την επιθυμία του να υποφέρει για το Χριστό. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση δεν τους πολυκαταλάβαινα.

Θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια ταξιδέψαμε στα Σκόπια, στην αρχαία πόλη Βίτολα. Εκεί επισκεφτήκαμε ένα αρχαίο αμφιθέατρο όπου κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους προς τέρψιν των ειδωλολατρών έριχναν τους Χριστιανούς στα θηρία. Διατηρούνται δύο μικρά δωμάτια όπου κρατούσαν τα θηρία πριν τ' αμολήσουν στην αρένα, ενώ στο κέντρο υπάρχει ένα κελάκι στο ύψος του ανθρώπου όπου κρατούσαν τους Χριστιανούς πριν τους ρίξουν στα θηρία. Σ' αυτό το αμφιθέατρο πέθαναν κάποιοι από τους πρώτους μάρτυρες της εκκλησίας. Τότε είπα στον π. Δανιήλ: «Μπορείτε να μπείτε εκεί που στέκονταν οι μάρτυρες πριν τους ρίξουν στα θηρία». Και μπήκε σ' αυτό το κελί. Θυμάμαι πως στεκόταν εκεί και κοίταζε προς τον ουρανό. Πιθανόν, το ίδιο ήρεμα να κοίταξε τον δολοφόνο του.
Πρέπει ν' αναγνωρίσω ότι πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως πρέπει να φοβήθηκε στις τελευταίες του στιγμές, γι' αυτό ρώτησα τον μοναδικό αυτόπτη μάρτυρα του φόνου: τι έκανε ο π. Δανιήλ όταν βγήκε από το Άγιο Βήμα, όταν είδε τον μασκοφόρο με το πιστόλι στο χέρι; Μου απάντησε: «πήγε κατευθείαν επάνω του». Ο ιερέας Δανιήλ Σισόεβ γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1974. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του για κάθε συμβουλή που του έδιναν οι γονείς του, ζητούσε αιτιολόγηση από την Αγία Γραφή. Εάν αυτό γινόταν εκπλήρωνε ότι του ζητούσαν οι γονείς του χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σ' αυτό φαίνεται ότι από τότε επιθυμούσε παντού και πάντοτε να εκπληρώνει το θέλημα του Θεού.

Γνωρίζω πολλούς καλούς ιερείς στη Ρωσία, αλλά ποτέ δεν συνάντησα έναν άνθρωπο που ν' αγαπά τόσο πολύ και με τόση αφοσίωση το Θεό όπως ο π. Δανιήλ. Λίγο καιρό πριν το θάνατό του, παρευρισκόμενος σε μια ομιλία του, σκεφτόμουν ότι μόνο ένα πρόσωπο που αγαπάει βαθιά μπορεί να μιλάει για το Θεό και μόνο για το Θεό δυόμισι ώρες, καθηλώνοντας το ακροατήριο.

 Ο π. Δανιήλ τιμούσε πολύ τον προστάτη άγιό του, τον προφήτη Δανιήλ, από τον οποίο εμπνεύστηκε τον ιεραποστολικό του ζήλο, όπως ο ίδιος έλεγε.

Μία φορά, διαβάζοντας το βιβλίο του προφήτη Δανιήλ τού τράβηξαν την προσοχή τα ακόλουθα λόγια: «και οι συνιέντες εκλάμψουσιν ως η λαμπρότης του στερεώματος και από των δικαίων των πολλών ως οι αστέρες εις τους αιώνας» (Δαν. 12:3) ¨Και σκέφτηκα - έλεγε - τι ωραία ακούγεται: να λάμψεις σαν ένας αστέρας.¨

Βάπτισε περισσότερους από 80 μουσουλμάνους και έφερε στην ορθόδοξη πίστη περίπου 500 προτεστάντες.

Ο π. Δανιήλ πήγαινε στις νεοπροτεσταντικές συνάξεις και βασιζόμενος στη Βίβλο κήρυττε την ορθόδοξη πίστη, συμμετείχε σε ανοικτές συζητήσεις με τους νεοειδωλολάτρες, αλλά πάνω απ' όλα απέκτησε τη φήμη του ως ιεραπόστολος μεταξύ των μουσουλμάνων.


Λάμβανε από του μουσουλμάνους απειλητικά τηλέφωνα και γράμματα. Ενάμιση χρόνο πριν τη δολοφονία του η μουσουλμάνα δημοσιογράφος H. Homidulina ζήτησε εισαγγελική δίωξη εναντίον του για υποκίνηση θρησκευτικού μίσους πράγμα που η εισαγγελία απέρριψε. Από τότε όμως άρχισε μια πραγματική καμπάνια δυσφήμησης του π. Δανιήλ, πράγμα που οι ορθόδοξοι δε γνωρίζουν αφού δεν είναι εξοικειωμένοι με τα μουσουλμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τρεις μόνο μέρες πριν τη δολοφονία, ο π. Δανιήλ με έφερε σπίτι με το αυτοκίνητο. Γελώντας, θυμόμασταν τα περασμένα. Μου έλεγε ότι από όλες τις θρησκείες η λιγότερο ενδιαφέρουσα γι' αυτόν ήταν η μουσουλμανική και δεν είχε σκοπό ν' ασχοληθεί. Θυμηθήκαμε μια συζήτηση που είχαμε παλιά, όταν ήμασταν στο Κρουτσίτκι, για το πόσο είχε χαρεί όταν έμαθε ότι έγραψα απολογητικά άρθρα απαντώντας στη μουσουλμανική κριτική: «Αυτό είναι καλό, δε θα χρειαστεί ν' ασχοληθώ εγώ μ' αυτό». Όμως τελικά, κατά Θείο θέλημα, χρειάστηκε ν' ασχοληθεί με τους μουσουλμάνους. Ο π. Δανιήλ ακολούθησε την οδό του Κυρίου και γι' αυτόν αυτό ήταν το πιο σημαντικό.



Έγραψε μια σειρά βιβλίων όπως: ''Ένας περίπατος στην Ορθόδοξη εκκλησία με ένα προτεστάντη'', όπου με βάση τη βίβλο εξηγεί τη δομή της ορθόδοξης λατρείας και ''Το χρονικό της αρχής'' ή ''Ποιός είναι ο Θεός και πόσο κράτησε η Δημιουργία'' όπου εξηγεί γιατί οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν μπορούν να πιστέψουν στη θεωρία της εξέλιξης [Σημείωση τού μπλογκ "Νεκρός": αν κάποιος ενοχλείται από αυτό, ας δει και την άλλη άποψη]. Το βιβλίο "Γάμος με έναν μουσουλμάνο'' αναφέρεται στα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει μια χριστιανή που παντρεύτηκε μ' έναν μουσουλμάνο. Ο π. Δανιήλ έλαβε χιλιάδες γράμματα από νεαρές που σκέφτονταν να παντρευτούν με μουσουλμάνο ρωτώντας εάν είναι πρέπον και ποιά είναι η γνώμη της εκκλησίας, αλλά και από ρωσίδες που είχαν απαρνηθεί το Χριστό για να παντρευτούν έναν μουσουλμάνο και τώρα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Πολλές γυναίκες με τη βοήθειά του μετανόησαν και επέστρεψαν στην εκκλησία του Χριστού.
Επίσης έγραψε τα βιβλία ''Γιατί δεν είσαι ακόμη βαπτισμένος'' όπου καταρρίπτει τα επιχειρήματα αυτών που δεν θέλουν να βαπτιστούν, και το ''Γιατί πρέπει να πηγαίνουμε στην εκκλησία ''και αναφέρεται στους βαπτισμένους που δεν εκκλησιάζονται''.
Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το "Οδηγίες για αθανάτους ή τι να κάνετε εάν ήδη πεθάνατε''. Σε αυτό το βιβλίο αναφέρει τα ακόλουθα:
«Σίγουρα ο καλύτερος θάνατος για έναν χριστιανό είναι να πεθάνεις ως μάρτυρας για το Χριστό. Όταν σκότωσαν τους τρεις μοναχούς στην Όπτινα (Εδώ) κάποιοι έστελναν συλλυπητήρια, αλλά για έναν χριστιανό αυτή είναι η πιο μεγάλη χαρά. Στην πρώτη εκκλησία ποτέ δεν έστελναν συλλυπητήρια για το θάνατο κάποιου που είχαν σκοτώσει. Όλες οι εκκλησίες έστελναν αμέσως συγχαρητήρια. Συγχαρητήρια για το ότι είχαν έναν νέο προστάτη στους ουρανούς! Ο μαρτυρικός θάνατος ξεπλένει όλες τις αμαρτίες, εκτός από την αίρεση και το σχίσμα».
 

 Λίγες μέρες μετά την κηδεία μού τηλεφώνησε ένας φίλος ιερέας και μου είπε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι φωτογραφίες που δείχνουν τον π. Δανιήλ μόνο του να μιλάει σ' ένα ακροατήριο γεμάτο μουσουλμάνους και με χαρά να μιλάει για το Χριστό και για το ότι το Ισλάμ που απορρίπτει το Χριστό δεν μπορεί να είναι μια αληθινή θρησκεία. «Δε μπορώ να κατανοήσω -μου είπε ο συνομιλητής μου- τι ψυχή πρέπει να έχεις για να σταθείς ανάμεσα τους να μιλήσεις». Κάποιοι χριστιανοί δεν ήταν ευχαριστημένοι που συμμετείχε σ' αυτές τις συναντήσεις, όμως η πρόσκληση και η πρωτοβουλία ανήκε στους μουσουλμάνους και πώς μπορούσε ένας μάρτυρας του Χριστού ν' αρνηθεί να μιλήσει για την ελπίδα; Η άρνησή του να συμμετάσχει θα ήταν ένα επιχείρημα υπέρ του ισλαμισμού.

Αργότερα, ο π. Δανιήλ μου είπε ότι μετά από την πρώτη δημόσια αντιπαράθεση με τους μουσουλμάνους ήταν σίγουρος ότι θα τον σκοτώσουν και αισθανόταν μια ανησυχία. Την νύχτα εκείνη είδε ένα όνειρο. Είδε ότι στεκόταν όρθιος μπροστά σ' έναν πλακόστρωτο λαβύρινθο. Κάποια στιγμή φτάνει στο κέντρο του λαβυρίνθου όπου βρισκόταν ένα αλτάριο και πάνω του ήταν τοποθετημένη μια θυσία, η οποία είχε πρόσφατα βασανιστεί και δολοφονηθεί. Τότε κατάλαβε ότι βρίσκεται στο αλτάριο του σατανά και ότι αυτή η θυσία προσφέρθηκε σ' αυτόν. Ο π. Δανιήλ γεμάτος οργή γκρέμισε το αλτάριο με μια κλωτσιά. Τότε εμφανίστηκε ο σατανάς με την μορφή ενός τζόκερ, όπως τον βλέπουμε στα τραπουλόχαρτα. Με απύθμενο μίσος στα μάτια κατευθύνθηκε προς τον π. Δανιήλ. Ο ιερέας άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «Θεοτόκε Παρθένε, προστάτεψέ με, Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ με!». Τότε μπροστά στον πατέρα Δανιήλ σαν να υψώθηκε ένα αόρατο τείχος και ο σατανάς όσο και να επιτίθετο προσέκρουε σ' αυτό το τοίχος. Βλέποντας το αυτό ο π. Δανιήλ έκανε μερικές σκέψεις ματαιοδοξίας και υπερηφάνειας. Τη στιγμή εκείνη ο σατανάς κατάφερε να να περάσει το αόρατο τοίχος και να τον πιάσει από τον λαιμό. Ο π. Δανιήλ προσευχήθηκε: «Υπεραγία Θεοτόκε, συγχώρεσέ με, αμάρτησα, γλύτωσέ με απ' αυτόν!». Τότε ο σατανάς εξαφανίστηκε λέγοντας στον π. Δανιήλ: «Ούτε θα νικήσεις, ούτε θα χάσεις».
Από τη στιγμή εκείνη σταμάτησα να φοβάμαι τους μουσουλμάνους και τις απειλές τους, επειδή βλέποντας την αδυναμία του σατανά μπροστά στο Θεό, καμιά ανθρώπινη κακία, η οποία είναι κατώτερη από την κακία του σατανά, δεν μου έκανε πια εντύπωση.
Ήμουν μεταξύ των ακροατών της δεύτερης δημόσιας αντιπαράθεσεις με τους μουσουλμάνους και πιστεύω ότι πήγε καλά (ίσως θα μπορούσε και καλύτερα). Πάντως στο τέλος ένας από τους μουσουλμάνους οργανωτές της συζήτησης έγινε Ορθόδοξος.
Με πολύ μεγάλη επιτυχία κήρυξε και μεταξύ των προτεσταντών. Με την ευλογία του μητροπολίτου Βλαδιμήρου πήγε στο Κιργιστάν και κήρυξε σε συνάξεις προτεσταντών με μεγάλη επιτυχία, αφού κάποιοι από τα μέλη των τοπικών αιρέσεων, ακόμη και μερικοί πάστορες έγιναν ορθόδοξοι. Τόση ήταν η επιτυχία του που η ηγεσία των τοπικών αιρέσεων απαγόρευσε τις συνάξεις όσον καιρό θα βρισκόταν εκεί ο π. Δανιήλ, προσπαθώντας έτσι να τον εμποδίσουν από το να τους μιλήσει ο π. Δανιήλ.
Έκανε ιεραποστολή σ' όλον τον κόσμο. Δυο φορές πήγαμε μαζί στα Σκόπια όπου μίλησε στους σχισματικούς, ενώ έψαχνε κάποιες ευκαιρίες για να μπορέσει να μιλήσει σε καθολικούς της Δυτικής Ευρώπης και της Νοτίου Αμερικής. Όντας ο ίδιος ιεραπόστολος, αγαπούσε πολύ αυτούς που κήρυτταν τον Χριστό. Είχε βοηθήσει στην κατασκευή ενός ναού στην Ινδονησία, στην μόρφωση ορθοδόξων παιδιών από φτωχές οικογένειες της Ζιμπάμπουε και είχε φιλοξενήσει ορθοδόξους κινέζους, ταϋλανδέζους και ινδούς.

Κι όμως τίποτα απ' όλα αυτά δεν τον επηρέαζαν στην ποιμαντική του δραστηριότητα. Το 2001 χειροτονήθηκε ιερέας και το 2006 έχτισε στη νότια Μόσχα έναν ναό προς τιμήν του Αγ. Αποστόλου Θωμά. Στα σχέδιά του ήταν να χτίσει έναν μεγάλο ναό προς τιμήν του Προφήτου Δανιήλ.
Ένας φίλος μου, ο οποίος τον βοηθούσε στο Άγιο Βήμα, μου εξομολογήθηκε λίγο καιρό πριν από το θάνατό του, ότι αναρωτιόνταν με έκπληξη πώς ο πατήρ έδινε όλο του το είναι στους άλλους-κυρίως στους ενορίτες του-χωρίς έλεος για τον εαυτό του.
Πραγματικά, ποτέ δεν παραπονιόνταν. Θυμάμαι μια φορά που είχε σπάσει το πόδι του και δεν είχε καταφέρει να βρει αντικαταστάτη πήγε να λειτουργήσει χωρίς να υπολογίζει τους πόνους. Όλοι οι ενορίτες του τον θυμούνται ως έναν άνθρωπο εύθυμο και γεμάτο ζωή, λίγοι όμως ξέρουν ότι υπέφερε από δυνατούς πονοκεφάλους, χωρίς όμως ποτέ να παραπονείται.
Ποτέ του δεν επέβαλε τη γνώμη του δικτατορικά και πάντα άκουγε την αντίθετη γνώμη. Συχνά καλούσε εμένα και μερικούς άλλους συνεργάτες να συζητήσουμε. Εάν καταλάβαινε ότι έχει κάνει λάθος υποχωρούσε. Ήταν ένας άνθρωπος τίμιος και ήξερες από πριν ότι, εάν του ζητήσεις μια βοήθεια, θα σου τη δώσει. Για μένα ήταν ένας ιερέας-παράδειγμα. Ότι έκανε το έκανε για το Χριστό.
Επίσης θυμάμαι τα ταξίδια μας και κυρίως το τελευταίο στη Σερβία απ' όπου γυρίσαμε μια εβδομάδα πριν από τη δολοφονία του. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού μού ομολόγησε ότι όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες και οι περιστάσεις της ζωής γίνονται πιεστικές, αισθάνεται πάντοτε ότι βρίσκεται μέσα σ' ένα τεράστιο χέρι τον οποίο τον οδηγεί.
Η τελευταία μέρα της επίγειας ζωής του ξεκίνησε με τη Θεία Λειτουργία. Την ίδια μέρα βάπτισε ένα παιδί και έφερε στην αγκαλιά της εκκλησίας έναν νέο τον οποίο γλύτωσε από τον αποκρυφισμό. Λίγες ώρες πιο αργά άρχισε -ως συνήθως- τις ομιλίες του με βάση την Αγ. Γραφή και έμεινε έως αργά στον ναό συζητώντας με τους ενορίτες διάφορα προβλήματα. Όταν πια έμεινε μόνος στον ναό πήγε στο Άγ. Βήμα για να προσευχηθεί. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο ναό ο δολοφόνος ο οποίος άρχισε να πυροβολεί και να φωνάζει: ''Πού είναι ο Sisoev'';. Ο π. Δανιήλ βγήκε από το Άγ. Βήμα με θάρρος και κατευθύνθηκε προς το δολοφόνο λαμβάνοντας έτσι μαρτυρικό θάνατο.
Τον θυμάμαι πολλές φορές να λέει ότι οι ευαγγελικές περικοπές της ημέρας δεν είναι τυχαίες και συνήθως συμπίπτουν με κάποιες καταστάσεις. Την ημέρα του θανάτου του η ευαγγελική περικοπή που είχε διαβαστεί περιείχε τα ακόλουθα λόγια του Κυρίου: «και μη φοβηθείτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι (...) πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» [δηλ. μη φοβάστε εκείνους που σκοτώνουν το σώμα αλλά δε μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή... Όποιον με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους (δηλ. παραδεχτεί ότι με πιστεύει), θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου].

Πηγή-Serbskie besedi:poslednee interviu otta Daniila
Eπιμέλεια -Μετάφραση -
proskynitis


 
Απολυτίκιον. Τον συνάναρχον Λόγον. Ήχος πλ. α΄.
 
Των αρχαίων μαρτύρων οδόν ηγάπησας, ευαγγελίζεσθαι τρέχων τους εν Ρωσσία λαούς, αληθείας θησαυρούς παρέχων άπασιν. Όθεν, Χριστώ τω Λυτρωτή υπέρ ποίμνης εξ εθνών δεδώρισαι την ψυχήν σου, πάτερ Δανιήλ Συσόυεφ, πάντας ημάς καλείς προς μίμησιν. 

oodegr

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μακεδονία: ό,τι κερδήθηκε με αίμα, δεν ξεπουλιέται με το μελάνι μιας υπογραφής

Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς
«Είδα τότε ότι ό,τι κάμομε θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμιά από τους ξένους». Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Νυχτώνοντας ακούστηκε ένας πυροβολισμός και η φωνή του Παύλου: «στη μέση με πήρε παιδιά». Μπήκε στο σπίτι και φώναξε τον καπετάν Πύρζα. Ο Νίκος Πύρζας έτρξε κοντά του. Ο Παύλος έβγαλε από το λαιμό του τον σταυρό που φορούσε πάντοτε και του λέει: «το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου. Και το ντουφέκι του Μίκη. Και να τους πεις ότι έκαμα το καθήκον μου...». Και ζήτησε να τον σκοτώσουν τα παλικάρια του για να μην τον βρούνε οι Τούρκοι ζωντανό. Σε λίγο όμως ξεψύχησε. Ήταν Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 1904. «Και οι Έλληνες ξύπνησαν», γράφει ο Ίων Δραγούμης, «γιατί ξύπνησαν τώρα μόνο; Επειδή είναι τυφλοί οι άνθρωποι. Και οι περισσότεροι γεννήθηκαν για να είναι μικροί. Σπίθες κοντές είναι οι στιγμές που ξυπνούν και νιώθουν τη μετριότητα που βαραίνει επάνω τους... Τέτοια σπίθα τους άναψε ο Παύλος Μελάς. Όσοι συνηθίζουν να συλλογίζονται, ας στοχασθούν πόσο μεγαλύτερος από τους άλλους Έλληνες έπρεπε να είναι Παύλος Μελάς, για να καταφέρει να την ανάψει. Και με την σπίθα που άναψε στον καθένα πολλοί ήταν τυφλοί ως τον είδαν. Έτριψαν τα μάτια τους κάπως ξιπασμένοι και είπαν μέσα τους, γιατί ντρέπονταν να το διαλαλήσουν: Ώστε υπάρχει Μακεδονία, αφού πήγε ο Παύλος Μελάς και σκοτώθηκε γι’ αυτή! Και άλλοι συμπέραναν: Ώστε βρίσκονται ακόμα, μετά το 1897, αξιωματικοί στο στρατό και ζωή στο Έθνος!» (Ίων Δραγούμης)

Σε καιρούς σακάτικους σαν τους τωρινούς που μας περιζώνει η χαμέρπεια και πιάνουμε τις μύτες μας από τις παντοειδείς αναθυμιάσεις, παρηγοριά μονάχη, κάτι σαν υποσυνείδητη ώθηση, είναι η ενασχόληση με την εθνική μας ιστορία. Όπως έλεγε θυμόσοφα κάποιος καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο «αφήστε τα υποκείμενα και καταπιαστείτε με τα κείμενα», εννοώντας πως η εντρύφηση με την ιστορία προσφέρει τον αναζητούμενο ανασασμό. Ας μην λησμονούμε και την πασίγνωστη προγονική ρήση «όλβιος όστις της ιστορίας έσχεν μάθησιν», ευτυχής ο γνώστης της ιστορίας. Η ιστορία δίνει στον άνθρωπο που συνηθίζει να σκέφτεται-και όχι να σκέφτονται άλλοι γι’ αυτόν, όπως συμβαίνει στα κομματικά ποιμνιοστάσια-πολύ πιο βαθύτερη και πλούσια εμπειρία, ώστε να τον προετοιμάζει για κάθε γεγονός ατομικό ή και γενικό (του έθνους, της ανθρωπότητας) και να μην καταπλήσσεται για όσα συμβαίνουν. Ο ανιστόρητος, ο αμύητος παρουσιάζει αντιδράσεις πρωτόγονου στα διάφορα γεγονότα της ζωής. Ο ιστορικά μορφωμένος-κατά το δυνατόν-δεν χάσκει ενώπιον των «ραγδαίων εξελίξεων», όπως κάθε βράδυ «τσιρίζουν και κοάζουν» οι όλο κόρδωμα και έπαρση επιβήτορες της εξουσίας.
Ένα μνημόσυνο για τον ήρωα Παύλο Μελά δεν είναι ούτε ανεπίκαιρο ούτε αναιτιολόγητο. Βεβαίως, νυχθημερόν τα συφοριασμένα κοπροκάναλα μπορεί να μας απειλούν με την επερχόμενη φοροδοτική λαίλαπα-η γνωστή τακτική του πανικού των μαζών-όμως όλη αυτή η πλεκτάνη των μνημονίων ευνοεί αυτούς που σκευωρούν εις βάρος της Πατρίδας μας.
Το θέμα της Μακεδονίας παραμένει πληγή πυορρέουσα και πολύ φοβάμαι μήπως τώρα που ο λαός έχει πλήρως αποπροσανατολιστεί και αποσβολωθεί με την οικονομική δυσωδία, «περάσει στα μουλωχτά» όπως λέγεται, καμμιά δυσώνυμη λύση. Η φτώχεια και ο συνοδός πανικός όπως προείπα, αφοπλίζουν, καθηλώνουν αντανακλαστικά, οδηγούν σε αίσθημα παραίτησης και αδιαφορίας. Οι μεγάλες τραγωδίες τότε συμβαίνουν. Πάντοτε μιας εθνικής κατάρρευσης προηγείται μια πνευματικής ήττας. Το 1897, το 1922, το 1974, έτη μεγάλων καταστροφών και τραγωδιών του Ελληνισμού, ήταν τα επίχειρα άθλιων γεγονότων. Το 1897 προηγήθηκε το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το 1922 ο «ολέθριος διχασμός», το 1974 «ο γύψος της επταετίας».
Εδώ και έξι χρόνια βιώνουμε την «λέπρα» των μνημονίων. Οι πολιτικοί νάνοι και αρλεκίνοι υπογράφουν με χέρια και ποδάρια ό,τι τους σερβίρει το Βερολίνο. Θυσιάζουν την πατρίδα για μία φωτογραφία στα έδρανα της Βουλής. Το καρκίνωμα της πατρίδας μας τούτη την εποχή είναι ο πολιτικός και παραπολιτικός συρφετός. Αυτοί δεν επιτρέπουν στον λαό να αναπνεύσει. Αυτοί και οι θυμηδιογόνες κοκορομαχίες τους αποτρέπουν την ευλογημένη ομόνοια, τόσο απαραίτητη στις μέρες μας «Έλληνας ομοφρονέοντας... χαλεπούς είναι περιγίγνεσθαι» έγραφε ο Ηρόδοτος (ιστορία ΙΧ,2), είναι ανίκητοι ενωμένοι οι Έλληνες.
Διάβαζα πρόσφατα ένα βιβλίο για την Αγιά-Σοφιά. («Η Αγιά Σοφιά στην ιστορία και τον θρύλο», του Παναγ. Σπυρόπουλου, εκδ. «Καρδαμίτσα, Αθήνα 1988).
Σημείωσα κάτι. Τον Μάιο του 1346, καταστροφικός σεισμός κατακρημνίζει μέρος του ναού, την ανατολική αψίδα. Διαβάζω: «Όταν πρωί-πρωί εκυκλοφόρησε στην Πόλη, η θλιβερά είδηση», σημειώνει ο Γρηγοράς, «βοή και θρήνος ηγείρετο μείζων». Άδειασαν αμέσως οικίες και η αγορά και όλοι έτρεξαν να ιδούν το θλιβερό συμβάν... όλοι εβάλθηκαν να απομακρύνουν τα συντρίμμια και «ουδ’ην εκεί διακρίνειν πλούσιον εκ πενήτων, ουδ’ αδόξων ένδοξον (δηλ. Δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει επιφανείς πολίτες από τους άσημους), ουδ’ εκ δεσπότου δούλον...», αλλά όλοι είχαν ένα σκοπό... και, καθώς οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στα δάκρυα, «πλούσιοι, δάκρυσι ραίνουσι τας τε πλίνθους και πέτρας», τις έπαιρναν κατόπιν στους ώμους τους, χωρίς να νοιάζονται για τα τυχόν πολυτελή φορέματά τους, που εσχίζοντο και εσκονίζοντο... Αυτό συνεχίστηκε επί τριάντα ολόκληρα μερόνυχτα». (σελ. 40). Ο ναός της του Θεού Αγίας Σοφίας αποκατεστάθη. Λέω πολλές φορές στους μαθητές μου. Ο Ιουστινιανός στους 40 κίονες που στήριζαν τον ναό έβαλε λείψανα αγίων. «Εν παντί κιόνι των άνω και των κάτω, εν έκαστον λείψανον έχει ενθρονισμένον». Στην Κωνσταντινούπολη συνέβησαν καταστρεπτικοί σεισμοί στο διάβα των αιώνων. Όμως ο ναός ποτέ δεν καταστράφηκε ολοσχερώς. Γιατί; Διότι στους πανέμορφους κίονές του υπάρχουν «ενθρονισμένα» λείψανα αγίων. Έτσι είναι τους λέω και η πατρίδα μας. Κατάσπαρτη από λείψανα και οστά αγίων. Η Ελλάδα είναι η Αγιά-Σοφιά της οικουμένης. Δεν πρόκειται ποτέ να πέσει και να χαθεί. «Η Ρωμηοσύνη θα χαθεί όντας ο κόσμος λείψει». Τώρα που κάποια κομμάτια της γκρεμίστηκαν και «ηκρωτηρίασται το κάλλος της», όλοι μαζί-«είμαστε στο εμείς»-ένδοξοι και άδοξοι να σπεύσουμε να την αναστυλώσουμε, όπως έπραξαν τότε οι Ρωμηοί πρόγονοί μας.
Αυτό δεν έγινε και στην Μακεδονία την περίοδο του Αγώνα; Απ’ όλη την Ελλάδα έσπευσαν αγωνιστές, μαζί τους και ο μεγαλομάρτυρας του Γένους Παύλος Μελάς και έσωσαν την Μακεδονία. Και τα λάβαρα του αγώνα τα κρατούσαν οι ηρωικοί δεσποτάδες. Διαβάζω:
«Στις 30 Αυγούστου του 1907 ο Μακεδονικός λαός αποχαιρετούσε τον ποιμενάρχη του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Δράμας. Χιλιάδες κόσμος είχε συνωστισθεί στην αποβάθρα του σταθμού. Μπροστά απ’ όλους είχαν παραταχθεί τα παιδιά κρατώντας λουλούδια. Ήταν η γενιά, που θα συνέχιζε αύριο το έργο του. Στάθηκε ο Ιεράρχης, χάϊδεψε με το πατρικό του βλέμμα τα παιδιά, αγνάντεψε με στοργή το ποίμνιό του. Αναταράχτηκαν τα στήθη του. Έγινε σιωπή. Ο δημογέροντας Νίκας, προσφωνώντας τον με απερίγραπτη συγκίνηση, ύψωσε κάποια στιγμή τη φωνή του, όρθωσε τη λεβέντικη κορμοστασιά του, ανάπνευσε βαθιά, κάρφωσε το βλέμμα στον απερχόμενο ποιμενάρχη και του φώναξε:
“Δέσποτα, μας παρέλαβες λαγούς και μας έκαμες λιοντάρια. Μείνε ήσυχος. Θα γίνει το θέλημά σου”.
Κι έγινε!... Μετά από δεκαπέντε χρόνια εξορίας συναντούμε το Χρυσόστομο Μητροπολίτη στη Σμύρνη, να προσφέρει τον εαυτό του ιερό σφάγιο στο βωμό του Έθνους. Όμως η φωτιά, έγινε πυρκαϊά. Η Μακεδονία, χάρη στους λιονταρόψυχους αγωνιστές της-παιδιά εκείνου του δεσπότη-ανάπνεε ανάπνεε κιόλας το ζείδωρο αέρα της ελευθερίας». (Μ.Βασιλειάδη, «για την Ελευθερία», σελ. 265).
Ας το χωνέψουν οι τωρινοί κρυφοδαγκανιάρηδες εκκλησιομάχοι, που προσπαθούν να περιορίσουν την εκκλησία στα όρια ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος. Η εκκλησία στάθηκε πάντοτε ελληνοσώτειρα.

Ο Παύλος Μελάς, του οποίου η γνώμη είναι βαρύτερη από του κάθε γελοίου υμνητή της πολυπολιτισμικότητας, έγραφε στην αγαπημένη του Ναταλία, περί του 1904 από τη χειμαζόμενη Μακεδονία: «Και τώρα έβλεπα όλας τας δυσκολίας ορθουμένας εμπρός μου. Ούτε ανθρώπους είχα ούτε χρήματα ούτε συνεννόησιν... Τότε τους είπα τα εξής: επειδή πάντοτε κατά τους αγώνας του έθνους μας προΐσταντο η Εκκλησία, έτσι τώρα πρo πάντων ότε κατ’ αυτής στρέφονται αι επιθέσεις των εχθρών μας, πρέπει και πάλιν η Εκκλησία να προστατεύσει τον αγώνα διά την συνεννόησιν των κοινοτήτων προς αλλήλας και την αλληλοβοήθειαν». Θα πουν οι διάφοροι «ναιναίκοι»: οι καιροί άλλαξαν, οι άνθρωποι ξύπνησαν, το ράσο είναι σκοτάδι, οι καλόγεροι καλοπερνούν, οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε και λοιπές χαζοχαρούμενες ανοησίες. Αυτά έλεγαν και στον Παύλο Μελά οι παραλυμένοι της εποχής του. Ήταν όμως από εκείνους τους «τρελούς», όπως ονόμαζε ο Κολοκοτρώνης τους αγωνιστές, τους «οπισθοδρομικούς», τους «εθνικιστές». Δεν τους άκουσε. Θυσιάστηκε για τη γη μας ο αντρειωμένος. Μαζί του και μία πλειάδα Μητροπολίτες της Μακεδονίας. Πολιτικάντης κανείς. «Το χάλκεον χέρι του φόβου» ήταν βαρύτατο γι’ αυτούς. Και όλοι οι Μακεδονομάχοι ήταν πιστοί χριστιανοί. Κάτι «προοδευτικοί» της εποχής του «ηλίθιοι καρνάβαλοι» (Κόντογλου) ασχολούνταν και συζητούσαν για τον ίσκιο του γαϊδάρου και την ευρωπαϊκή μας προοπτική. Σαν τους σημερινούς καρνάβαλους.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Η κατάσταση στη Συρία σήμερα

Ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Μπαλαμάντ και Καθηγητής Βιβλικής Θεολογίας στη Θεολογική Σχολή του Μπαλαμάντ, Αρχιμ. Ιάκωβος Kihalil, μιλάει για την κατάσταση στη Συρία σήμερα με τις διώξεις των χριστιανών και τους πρόσφυγες. Στο λόγο χαρακτηρίζει την κατάσταση στη Συρία ως μια άλλη Μικρασιατική καταστροφή.
pemptousia

Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ.





Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ

ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, στα μέσα Μαΐου του 2010, λίγο μετά το τέλος της ακαδημαϊκής μας χρονιάς, η Έμιλι κι εγώ γυρίσαμε στην Κύπρο για νέες συζητήσεις με τον πατέρα Μάξιμο. Θεωρούσα ότι η δουλειά μου είχε ολοκληρωθεί ουσιαστικά, επομένως δεν χρειαζόμουν άλλο υλικό για το βιβλίο.

Όμως, η Έμιλι επέμενε να γνωρίσω έναν Κύπριο επιχειρηματία τον οποίο δεν γνώριζε η ίδια, αλλά που, σύμφωνα με μια στενή φίλη της, τη Θέκλα, είχε μια εκπληκτική ιστορία την οποία έπρεπε να ακούσω. Έχοντας ακούσει πολλές θαυμαστές και παραφυσικές ιστορίες, ήμουν απρόθυμος να επενδύσω κι άλλο χρόνο σε νέες γνωριμίες. Όμως, όπως συνήθως, η διαίσθηση της Έμιλι αποδείχθηκε απόλυτα εύστοχη. Τελικά, πείσθηκα να γνωρίσω τον Γιάννη, τον άγνωστο με την ασυνήθιστη εμπειρία.
Ο Γιάννης στην αρχή αντιμετώπισε με καχυποψία τις προθέσεις της Έμιλι, όταν έλαβε το τηλεφώνημά της. «Πώς βρήκατε τον αριθμό μου;» ήταν η πρώτη του αντίδραση.

Όπως φαίνεται, η ιστορία του ήταν ένα μυστικό που το γνώριζε μόνο ένας μικρός κύκλος έμπιστων φίλων. Η Θέκλα την είχε μάθει έμμεσα, από φίλους στην ενορία της είναι πάντα δύσκολο να κρατήσεις μυστικά στην Κύπρο Όταν, όμως, η Έμιλι του εξήγησε το λόγο του τηλεφώνημα της, ο άγνωστος μαλάκωσε κάπως. «Έχω διαβάσει τα βιβλία του συζύγου σας», είπε. «Και δεν θα είχα αντίρρηση να του αφηγηθώ την ιστορία μου».
Μια Δευτέρα πρωί, δύο μέρες μετά το τηλεφώνημα την., Έμιλι, ο Γιάννης έφτασε στο διαμέρισμά μας μαζί με ένα φίλο του, τον Σωτήρη, συνταξιούχο κρατικό υπάλληλο. Στην αρχή έδειχνε ανήσυχος, αλλά όταν αρχίσαμε να μιλάμε, ξεπέρασε την επιφυλακτικότητά του. Το γεγονός ότι ο φίλος του ήταν πνευματικός μαθητής του πατρός Μαξίμου μας βοήθησε να δημιουργήσουμε μια φιλική επαφή από την αρχή. Ύστερα από μερικά λεπτά προεισαγωγικών εξηγήσεων, ο Γιάννης άρχισε να αφηγείται την ιστορία του λεπτομερειακά.

Ήταν ένας πενηντάχρονος επιχειρηματίας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, δύο κόρες εφηβικής ηλικίας. Σε ένα επιχειρηματικό ταξίδι σε μια πρώην σοβιετική δημοκρατία, τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν φυλακή με πλαστές κατηγορίες σωματεμπορίας. Μας εξήγησε ότι οι δεσμοφύλακες στην πραγματικότητα ανήκαν σε ένα κύκλωμα τύπου μαφίας και η σύλληψή του έγινε με σκοπό να του αποσπάσουν λύτρα. Απαίτησαν τριάντα χιλιάδες ευρώ. Σύμφωνα με τον Γιάννη, η τοπική μαφία συνεργαζόταν με διεφθαρμένους πολιτικούς που είχαν διασυνδέσεις με το δικαστικό σύστημα της χώρας. «Κόντευα να τρελαθώ», μας είπε. «Δεν είχα ιδέα τι θα μου συνέβαινε και οι συνθήκες ζωής στη φυλακή ήταν άθλιες. Κρύωνα και πεινούσα».


Αφού δεν ήξερε την τοπική γλώσσα και δεν είχε κανέναν για να τον υπερασπιστεί, ο Γιάννης βρέθηκε σε έναν καφκικό εφιάλτη. Η οικογένειά του στην Κύπρο αγωνιούσε. Η γυναίκα του κατάφερε να προσλάβει ένα δικηγόρο, ο οποίος ήρθε σε επαφή μαζί του. Μέσω του δικηγόρου, η θρήσκα μητέρα του του έστειλε την Αγία Γραφή και ένα βιβλίο με τους βίους των αγίων. «Δεν ήμουν θρήσκος άνθρωπος», εξήγησε ο Γιάννης. «Δεν είχα ξαναδιαβάσει ποτέ την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο θρησκευτικό βιβλίο. Όμως, μέσα σε εκείνη την ολοκληρωτική απόγνωση και απομόνωση, άρχισα να διαβάζω αυτά τα δύο βιβλία όταν δεν με έβλεπαν οι φύλακες, καθώς το διάβασμα απαγορευόταν».

Ένα βράδυ, καθώς ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος στην κουκέτα του τρέμοντας και νιώθοντας απαίσια, εμφανίστηκε στο κελί του ένας ηλικιωμένος μοναχός και του είπε ότι ήταν ο γέροντας Παΐσιος από το Άγιο Όρος. Ο Γιάννης έσπευσε να μας διαβεβαιώσει ότι δεν είχε ξανακούσει ποτέ για τον Παΐσιο και δεν ήξερε ποιος ήταν. Το βιβλίο με τους βίους των αγίων που του είχε στείλει η μητέρα του δεν έγραφε τίποτα για τον συγκεκριμένο γέροντα.
«Ό γέροντας Παΐσιος σε εκείνο το όραμα μου είπε: “Τέκνον μου, μη φοβάσαι. Έχε πίστη και θα σε βοηθήσω να φύγεις από αυτό το μέρος. Αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς πως όταν γυρίσεις στην Κύπρο, θα αναζητήσεις το γέροντα Σεραφείμ και θα τον έχεις ως πνευματικό και εξομολογητή σου”. 
Δεν είχα ξανακούσει ποτέ ούτε για το γέροντα Σεραφείμ», είπε ο Γιάννης. Μας είπε ότι είδε αρκετά ακόμα οράματα με το γέροντα Παΐσιο στο κελί του και ότι ο γέροντας του έδινε κουράγιο όσο κράτησε η εξάμηνη δοκιμασία του. Ο Γιάννης δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν παραληρούσε και δεν έβλεπε πράγματα που δεν υπήρχαν. Επιπλέον, τα οράματά του ήταν θεραπευτικά. Απαλλάχθηκε από το φόβο του και άρχισε να ελπίζει ότι τα δεινά του θα λάμβαναν τέλος σύντομα.

Αν ήταν εκεί παρόντες συμβατικοί ψυχολόγοι ή ψυχίατροι για να ακούσουν την αφήγηση του Γιάννη, είμαι σίγουρος ότι θα ερμήνευαν τα οράματά του ως παραισθήσεις, αποκυήματα ενός εγκεφάλου υπό ακραία πίεση. Δεν θα μπορούσαν να βγάλουν άλλο συμπέρασμα, αφού η συμβατική επιστήμη, λειτουργώντας στο πλαίσιο της αναγωγιστικής κοσμοθεωρίας της νεωτερικότητας, δεν προσφέρει άλλες εξηγήσεις. Ήμουν σίγουρος, όμως, ότι η εμπειρία του Γιάννη δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τέτοιο συμβατικό τρόπο. Έχω γνωρίσει προσωπικά ανθρώπους που είναι απόλυτα σώφρονες και φυσιολογικοί, αλλά έχουν βιώσει τέτοιες εμπειρίες και, έτσι, ήμουν ανοιχτός στο ενδεχόμενο αυτή η εμπειρία να ήταν αυθεντική.

Ο Γιάννης τόνισε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία πως τα οράματά του ήταν πραγματικά. Με τη βοήθεια του δικηγόρου του, αποφυλακίστηκε προσωρινά μέχρι την εμφάνισή του στην παρωδία δίκης που θα γινόταν, όπως το έθεσε. Ο δικηγόρος του, όμως, τον συμβούλευσε να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία και να το σκάσει, γιατί, όπως τον προειδοποίησε, «δεν θα βρεις δικαιοσύνη εδώ και δεν θα μπορέσεις να φύγεις από τη χώρα ζωντανός».

Ο Γιάννης κατάφερε να το σκάσει από τη χώρα. Ανησυχούσε ακόμη μήπως το κύκλωμα της μαφίας τον καταδίωκε μέχρι την Κύπρο και γι’ αυτόν το λόγο αντέδρασε καχύποπτα όταν έλαβε το τηλεφώνημα της’Εμιλι.
Με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο Γιάννης ανακάλυψε ότι ο γέροντας Σεραφείμ ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο, ένας γερο-ερημίτης που συνδεόταν με ένα από τα αρχαία ορεινά μοναστήρια του νησιού. 

Εκπληρώνοντας το αίτημα του γέροντα Παΐσιου, επικοινώνησε με το γέροντα Σεραφείμ για εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Αυτός, με τη σειρά του, δέχθηκε τον Γιάννη ως μαθητή του. Έτσι, ο Γιάννης από αγνωστικιστής έγινε βαθιά θρήσκος.
«Βλέποντας τα πράγματα εκ των υστέρων», μας είπε, «μπορώ να πω ότι η δοκιμασία μου ήταν το καλύτερο πράγμα που μου συνέβη στη ζωή μου. Μέσα από αυτήν ανακάλυψα τον Θεό».
Μία εβδομάδα αργότερα, η 'Εμιλι κι εγώ, μαζί με τον Γιάννη και το φίλο του τον Σωτήρη, ταξιδέψαμε σε μια δασώδη απομακρυσμένη περιοχή στους πρόποδες του Σταυροβουνίου για να συναντήσουμε τον πατέρα Σεραφείμ. Φτάσαμε στο ερημητήριό του στις επτά το βράδυ, αλλά ήταν μέσα Ιουνίου και είχε ακόμη αρκετό φως.

Ο γέροντας Σεραφείμ ήταν μια πραγματική έκπληξη. Για ενενηντάχρονο μοναχό, ήταν απίστευτα ακμαίος και γεμάτος φωτεινή ενέργεια. Πραγματικά, έδειχνε τουλάχιστον τριάντα χρόνια μικρότερος από την πραγματική του ηλικία. Λεπτός και με μέτριο ύψος, μου θύμισε έναν από εκείνους τους σπάνιους εντυπωσιακούς ενενηντάρηδες αθλητές που τρέχουν ακόμη σε μαραθώνιους. Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ότι ο γέροντας εξέφραζε όλους τους καρπούς του Πνεύματος που είχε συζητήσει μαζί μας ο πατήρ Μάξιμος και για τους οποίους είχε γράψει ο Απόστολος Παύλος. 


Πραγματικά, ο πατήρ Σεραφείμ μου θύμισε το γέροντα Παΐσιο, τον οποίο είχα γνωρίσει το 1991, δύο χρόνια πριν αναπαυθεί. Όπως και Παΐσιος, ακτινοβολούσε μια άπλετη αφοπλιστική αγάπη και μια πηγαία χαρά που σε ηλέκτριζε. Η εύθυμη διάθεσή του, που θύμιζε επίσης το γέροντα Παίσιο, έκανε εγκάρδια τη συζήτηση και δημιουργούσε μια άμεση σύνδεση καρδιάς. Από προσωπική άποψη, χάρηκα όταν ανέφερε οι είχε διαβάσει αρκετές φορές τις ελληνικές μεταφράσεις τον Όρους της Σιωπής και των Δώρων της Ερήμου και εξέφρασα μεγάλο θαυμασμό για τον πατέρα Μάξιμο.


Αφού ανάψαμε τα κεριά μας στο μικρό του παρεκκλήσι όπου έκανε τις ολονυκτίες και τις προσευχές του, ο γέροντας Σεραφείμ μας έδειξε το πλούσιο και περιποιημένα περιβόλι του, το οποίο φρόντιζε ο ίδιος. Αυτός και η 'Εμιλι αντάλλαξαν πληροφορίες για διάφορα φυτά και τα μυστικά τους. Μετά, καθίσαμε και οι πέντε σε παγκάκια κάτω από μια κληματαριά, ενώ ο γέροντας Σεραφείμ μας μίλησε για τη ζωή του. Στο μεταξύ, ο Γιάννης, δείχνοντας την εξοικείωσή του με το ερημητήριο, μας ετοίμαζε αναψυκτικά.
Μέχρι τα εβδομήντα του, ο γέροντας Σεραφείμ ήταν άθεος και ένα από τα πρώτα μέλη μεγάλου κόμματος του νησιού. 

«Μπήκα στο κόμμα στα δεκαπέντε μου», μας είπε, «επειδή από πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα ένα τρομερό πάθος με τη δικαιοσύνη. Κοίταζα γύρω μου και το μόνο που έβλεπα ήταν η εκμετάλλευση των φτωχών από τους πλούσιους. Οι μοναδικοί που πάλευαν για εντιμότητα και δικαιοσύνη ήταν οι συνδικαλιστές, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν όλοι μέλη του κόμματος. Έτσι μπήκα στο κόμμα. Πίστευα ότι το κόμμα είχε τις απαντήσεις σε όλα τα προβλήματά μας. Η θρησκεία δεν ήταν για εμένα. Ήταν το όπιο του λαού».

Ο γέροντας Σεραφείμ παντρεύτηκε και έκανε τρία παιδιά, δύο γιους και μία κόρη. «Αντίθετα από εμένα», μας είπε, «η γυναίκα μου ήταν πολύ θρήσκα και πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Τη συνόδευα μέχρι εκεί και μετά πήγαινα σε ένα κοντινό καφενείο κι έπαιζα χαρτιά ή τάβλι μέχρι να τελειώσει η λειτουργία. Μετά, γύριζα μαζί της σπίτι. Φανταστείτε, δεν είχα μπει ποτέ μου σε εκκλησία από 
τα δεκαπέντε μου μέχρι τα εβδομήντα. Ήμουν άθεος επί πενήντα πέντε χρόνια!» Ο γέροντας Σεραφείμ γέλασε τρανταχτά. Μετά, συνέχισε λέγοντας ότι οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει στο κόμμα δεν ήταν κακοί άνθρωποι. Είχαν καλές προθέσεις και ενδιαφέρονταν ειλικρινά για το κοινό καλό. Αυτοί ήταν που, στο διάστημα της βρετανικής κυριαρχίας, δούλεψαν ενεργά για να θεσπιστεί νομοθετικά η οκτάωρη εργασία και άλλοι νόμοι που προστάτευαν τα δικαιώματα των εργατών.

Σε ένα σημείο της ζωής του, λόγω οικονομικών δυσκολιών, ο πατήρ Σεραφείμ μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Λονδίνο, όπου έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας ανοίγοντας εστιατόρια που σέρβιραν ένα από τα τυπικά φαγητά των Άγγλων, ψάρι με τηγανητές πατάτες. Όλο αυτό το διάστημα παρέμεινε αφοσιωμένος στην ιδεολογία του. «Μου άρεσαν, επίσης, τα τυχερά παιχνίδια», πρόσθεσε γελώντας. «Ήταν ένα από τα πολλά μου βίτσια. Βλέπετε, δεν πίστευα σε τίποτα άλλο πέρα από την ύλη».

Ύστερα από αρκετά χρόνια στην Αγγλία, ο πατήρ Σεραφείμ επέστρεψε στην Κύπρο και επένδυσε τις οικονομίες του σε ένα ξενοδοχείο στη Λεμεσό. Τα παιδιά του έκαναν δικές τους οικογένειες κι αυτός επέστρεψε στις πολιτικές του δραστηριότητες.
Μια προσωπική κρίση, για την οποία δεν μας έδωσε λεπτομέρειες, άλλαξε ριζικά την κοσμοθεωρία του. «Σε μια στιγμή απελπισίας», συνέχισε, «έπεσα στα γόνατα και φώναξα: “Θεέ μου, αν υπάρχεις, δείξε μου ένα σημάδι της ύπαρξής σου και βοήθησέ με, με τα προβλήματά μου!”»


Αυτό ήταν ένα σημείο καμπής στη ζωή του πατρός Σεραφείμ, που, πριν γίνει μοναχός, λεγόταν Ανδρέας. Βίωσε μια πνευματική εμπειρία, μια κλασική αποκάλυψη σαν τουΠαύλου στο δρόμο προς τη Δαμασκό, στην οποία, όπως είπε ο ίδιος, «εντελώς ξαφνικά οι ουρανοί άνοιξαν και είδα την εκθαμβωτική δόξα του Θεού». 

Κούνησε το κεφάλι και είπε ότι, δυστυχώς, δεν υπάρχουν οι κατάλληλες λέξεις για να εξηγήσει τι του είχε συμβεί. Ένα πράγμα ήταν βέβαιο σε ηλικία εβδομήντα ετών, η συνειδητότητα του πατρός Σεραφείμ άλλαξε ριζικά. Ενώ ήταν άθεος, μεταμορφώθηκε σε έναν βαθιά ευλαβικό πιστό, σε τέτοιο σημείο ώστε, με τη συναίνεση της γυναίκας του, αποφάσισε να γίνει μοναχός και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σε συνεχή προσευχή και περισυλλογή. Μάλιστα, η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει κι αυτή μοναχή και, μαζί με τον άντρα της, να αφιερώσει τα υπόλοιπα χρόνια της στην επιδίωξη της ένωσης με τον Θεό. Δυστυχώς, πέθανε τρεις μήνες μετά την απόφασή της να πάει σε μοναστήρι.


Ο πατήρ Σεραφείμ επισκέφθηκε μερικά μοναστήρια ζητώντας να γίνει δόκιμος μοναχός, αλλά τον απέρριπταν για τί ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία για να μονάσει. Σε μια από τις μονές, ένας μοναχός του είπε ότι «τα μοναστήρια δεν είναι οίκοι ευγηρίας. Άλλωστε, δεν δεχόμαστε παντρεμένους εδώ».

 Ο πατήρ Σεραφείμ (ή Ανδρέας εκείνη την εποχή) πήγε στο Άγιο Όρος και συμβουλεύτηκε έναν σεβαστό ερημίτη. Αυτός του είπε να επιστρέφει στην Κύπρο και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον δέχονταν στην τελευταία μονή που τον είχε απορρίψει. Με την επιστροφή του στο νησί, πήγε πάλι σε αυτό το μοναστήρι και δήλωσε: «Ήρθα εδώ για να μείνω και δεν έχω σκοπό να φύγω». Ο γέροντας της μονής, ένας φημισμένος άγιος άνθρωπος που ήταν προικισμένος με διόραση (και ο οποίος έπαιξε επίσης ένα ρόλο στην αρχή της πνευματικής ζωής του πατρός Μαξίμου), έκανε μια μεγάλη συζήτηση μαζί του. Συνειδητοποίησε ότι η εμπειρία του πατρός Σεραφείμ ήταν μια γνήσια εκδήλωση του Αγίου Πνεύματος και του έδωσε άδεια να παραμείνει στη μονή. Έτσι, ο πατήρ Σεραφείμ μεταβίβασε την περιουσία του στα παιδιά του και έγινε μοναχός.


«Επί δύο χρόνια», μας είπε ο πατήρ Σεραφείμ, «προσπάθησα να είμαι υποδειγματικός δόκιμος, δείχνοντας ολοκληρωτική υπακοή στον μοναστικό τρόπο ζωής και στο γέροντα. Ταυτόχρονα, επειδή είχα πολλές πρακτικές ικανότητες από τις εμπειρίες μου στον κόσμο, ήμουν πολύ χρήσιμος στη μονή. Δεν τους έγινα βάρος όπως φοβήθηκαν στην αρχή και κατέληξαν να εκτιμήσουν τη διαμονή μου εκεί».


Όμως, ο πατήρ Σεραφείμ βρήκε τη ζωή στη μονή πολύ εύκολη και λαχταρούσε μεγαλύτερες πνευματικές προκλήσεις. Βιαζόταν να προχωρήσει. Το πάθος του ήταν να ενωθεί με τον Δημιουργό του όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πριν φύγει από αυτή τη ζωή. Η πνευματική εμπειρία του τον έκανε να νιώθει ανυπομονησία με οτιδήποτε λιγότερο. Ο γέροντας της μονής, που ήταν ο ίδιος τέσσερα χρόνια νεότερος από τον πατέρα Σεραφείμ, αναγνωρίζοντας τα ειδικά του χαρίσματα και την ασυνήθιστη πνευματική του κατάσταση, τον έκειρε «μεγαλόσχημο», που είναι το ανώτατο επίσημο αξίωμα για έναν μοναχό, το αντίστοιχο ενός διδακτορικού. Επιπλέον, του έδωσε την ευλογία του για να γίνει ερημίτης και να αφιερώσει την υπόλοιπη ζωή του σε ένα πιο αυστηρό πρόγραμμα προσευχής.
Ο πατήρ Σεραφείμ πήρε άδεια να χρησιμοποιήσει ένα ερημητήριο που ήταν ιδιοκτησία μιας άλλης μονής, σε μικρή απόσταση στο πευκόφυτο βουνό. 


Εκεί, ζούσε με ακατάπαυστη προσευχή σχεδόν είκοσι χρόνια. Έτρωγε μόνο μία φορά τη μέρα, νήστευε τις περισσότερες μέρες του έτους και δούλευε μερικές ώρες κάθε μέρα στον κήπο του 
για να έχει να τρώει. Επιπλέον, κάθε μέρα από τις εννιά μέχρι τις έντεκα το πρωί καλωσόριζε προσκυνητές που ζητούσαν πνευματική καθοδήγηση. Την περισσότερη ώρα, όμως, την περνούσε με προσευχή, ενώ κοιμόταν ελάχιστα. Κάθε βράδυ, ο πατήρ Σεραφείμ είχε ολονυκτία. Προσευχόταν για το καλό των άλλων και του κόσμου και για τη δική του σωτηρία.


«Δεν ήμουν ποτέ πιο ευτυχισμένος σε όλη μου τη ζωή», μας είπε με συγκίνηση στη φωνή του. Ο πατήρ Σεραφείμ ήταν ζωντανό παράδειγμα χαρούμενου ανθρώπου. Βασισμένοι στο χρόνο που περάσαμε μαζί του, δεν είχαμε καμιά αμφιβολία ότι αυτά που μας είπε ήταν αλήθεια. «Η αγάπη και η ευσπλαχνία του Θεού για κάθε άνθρωπο είναι ανείπωτη, πιστέψτε με!» μας είπε επανειλημμένα. Ήταν το ίδιο μήνυμα που είχα ακούσει να επαναλαμβάνει ο γέροντας Παΐσιος όταν τον γνώρισα με τον Αντώνη και τον πατέρα Μάξιμο το 1991. Ήταν επίσης το μήνυμα που είχαμε ακούσει από έναν άλλον σεβαστό ερημίτη στο πρόσφατο ταξίδι μας στο Αγιο Όρος. Πραγματικά, εκείνος ο ερημίτης δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του καθώς μας μιλούσε για τη δύναμη της αγάπης του Χριστού για όλους τους ανθρώπους. Όπως και ο πατήρ Σεραφείμ, μιλούσε με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που είχε άμεση εμπειρία της αγάπης του Θεού για τα πλάσματά Του.

Ο πατήρ Σεραφείμ μας παρακίνησε να τον επισκεφθούμε πάλι στο ερημητήριό του και συμφώνησε ευχαρίστως όταν η Έμιλι του ζήτησε στην επόμενη επίσκεψή μας να φέρουμε μαζί μας το φίλο μας τον Βλαδίμηρο. Αφού ήταν και οι δύο πρώην μέλη του ίδιου κόμματος, θα είχαν πολλά πράγματα να συζητήσουν. Όμως, ο απώτερος σκοπός της Έμιλι ήταν να βοηθήσει ο πατήρ Σεραφείμ τον Βλαδίμηρο να ξεπεράσει την κατάθλιψη και το φόβο του για τα γηρατειά και το θάνατο.

Την επόμενη εβδομάδα πήγαμε τους φίλους μας από τη Λεμεσό στο ερημητήριο του πατρός Σεραφείμ και ο γέροντας υποδέχθηκε εγκάρδια τον Βλαδίμηρο και τη γυναίκα του, την' Ελενα, με την προσφώνηση «αγαπημένοι μου φίλοι». Μιλώντας μαζί τους, τους αφηγήθηκε πολλές ιστορίες σχετικές με την προσωπική του μεταμόρφωση που τον έστρεψε από το κόμμα στην αποκλειστική αναζήτηση του Θεού. Όμως, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης ανάμεσα στον πατέρα Σεραφείμ και τον Βλαδίμηρο αφορούσε ανθρώπους και γεγονότα από τα πολλά χρόνια που είχαν περάσει και οι δύο στο ίδιο κόμμα. Αυτό από μόνο του αναζωογόνησε τον Βλαδίμηρο και τον έκανε να νιώσει άνετα με τον πατέρα Σεραφείμ. Όμως, δεν ήταν σαφές εκείνη τη στιγμή αν αυτή η συνάντηση επηρέασε καθόλου την κοσμοθεωρία του Βλαδίμηρου.


Στο ταξίδι της επιστροφής στη Λεμεσό, συζήτησα με την Έμιλι και τους φίλους μας μερικές σκέψεις μου για το πώς μπορεί κανείς να κατανοήσει τη ριζική μεταμόρφωση του πρώην άθεου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΜΕΣΑ ΠΟΤΑΜΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΟΠΤΡΑ.

apantaortodoxias

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )