.

.

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Ἡ ἔξοδος τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση ἀπό τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον τοῦ Φαναρίου


Ἐν Πειραιεῖ 31-7-2015

Ἀπάντηση σέ σχόλιο τοῦ Μεγάλου Πρωτοπρεσβυτέρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου π. Γεωργίου Τσέτση
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος , ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς

Ὁ γνωστός οἰκουμενιστής Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης στίς 27-7-2015 δημοσίευσε στό ἱστολόγιο «Ἰδιωτική Ὁδός» τοῦ ὁμόφρονός του οἰκουμενιστοῦ «θεολόγου» κ. Παναγιώτου Ἀνδριοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὁ ὑπεύθυνος τοῦ ἱστολογίου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «Φῶς Φαναρίου», σχόλιο ἐναντίον τοῦ ὁμολογητοῦ κληρικοῦ καί πολεμίου τοῦ Οἰκουμενισμού αἰδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου π. Ἀναστασίου Γκοτσοπούλου, σχετικά μέ τόν ρόλο καί τήν δράση τοῦ μεγάλου οἰκουμενιστοῦ καί μασόνου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου[1]


Μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει ὁ π. Γεώργιος Τσέτσης : «Ἄσχετα μέ τό τί φρονεῖ ὁ π. Γκοτσόπουλος καί οἱ ὁμόφρονές του, ὄντως Μέγας ὑπῆρξεν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἡ δέ προσωπικότης του «ἐγράφη χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τάς σελίδας τῆς ὀρθοδόξου ἱστορίας». Τά ρήματα αὐτά δέν εἶναι δικά μου! Οὔτε τοῦ γερο-Πανώτη!! Ἀνήκουν στόν μέντορα τοῦ π. Ἀναστασίου, πατέρα Θεόδωρο Ζήση καί περιλαμβάνονται σέ ἕνα ἄρθρο του, μέ τό ὁποῖο κατακεραύνωνε τόν Ἀρχιμανδρίτη τότε, νῦν δέ Ὅσιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ἐπειδή χαρακτήριζε τόν Πατριάρχη ὡς «Φλωρεντιανό»!
 Κατ'ἀρχήν θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὄντως στόν τόμο 9 τοῦ Β΄ τεύχους τοῦ περιοδικοῦ «Κληρονομία» τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη, Ἰούλιος 1977, ὑπάρχει ἕνα ἄρθρο τοῦ ὑφηγητοῦ τότε τοῦ πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου Ζήση, τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Ἐπιβαλλομένη ἀπάντησις».
Εἶναι πράγματι ἐκληκτικό καί ταυτόχρονα περίεργο τό γεγονός ὅτι ὁ π. Γεώργιος ψάχνει νά βρεῖ τί  εἶχε πεῖ καί τί εἶχε γράψει ὁ π. Θεόδωρος πρίν ἀπό 38 χρόνια, ὅταν ἦταν νεαρός ὑφηγητής! Αὐτό ἀποδεικνύει τήν δύναμη, πού ἔχει στά ἐπιχειρήματά του!
Στό ἐν λόγω ἄρθρο ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης ἀπαντᾶ στίς κατηγορίες τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς γιά τόν ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στήν προπαρασκευή τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, τίς ὁποῖες διετύπωσε σέ σχετικό ὑπόμνημά του πρός τήν Ἱεραρχία τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ π. Θεόδωρος ἀνασκευάζει τίς αἰτιάσεις τοῦ π. Ἰουστίνου, κάνοντας μιά σύντομη ἀναδρομή στήν ἱστορία καί τήν προσφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατά τήν Τουρκοκρατία. Καταφέρεται ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ αὐτοκεφάλου. Ἀναφέρεται στήν ἔκπτωση τῆς θεολογίας στόν ἑλλαδικό χῶρο καί τονίζει ὅτι τήν Ὀρθοδοξία προστάτευσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί στόν χῶρο τῶν χειμαζομένων πρεσβυγενῶν πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου οἱ ξένες προπαγάνδες ἀσκοῦσαν ἐντόνως τόν προσυλητισμό. Ὁ π. Θεόδωρος κρίνει ὡς ἀβάσιμες τίς κατηγορίες τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἀποδίδει τήν ἄδικη κριτική τοῦ π. Ἰουστίνου σέ παρερμηνεία τῆς στάσεως τοῦ Πατριαρχείου ἔναντι τοῦ Μοναχισμοῦ καί σέ ἐλλιπή καί ἐσφαλμένη πληροφόρηση τοῦ    π. Ἰουστίνου. Ὁ π. Θεόδωρος ἐμφανίζεται μέσα ἀπό τίς σελίδες τοῦ ἄρθρου πρόμαχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμμῆς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας εἶναι, κατά τόν π. Θεόδωρο Ζήση, μία προσωπικότης, πού ἐγράφη «χρυσοῖς γράμμασιν εἰς τάς σελίδας τῆς Ὀρθοδόξου ἱστορίας». Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ἡ πατριαρχία Δημητρίου «πορεύεται ἐπί τῆς ὁδοῦ αὐτῆς τῆς ἀπαραχαράκτου τηρήσεως τῆς Ὀρθοδοξίας». Καί γιά νά κάνει σαφέστερο αὐτό ὁ π. Θεόδωρος, παραπέμπει σέ ὁμιλία τοῦ Φιλαδελφείας Βαρθολομαίου, νῦν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, κατά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τό 1976, σέ συνέντευξη τοῦ Τρανουπόλεως Δαμασκηνοῦ, μετέπειτα Ἑλβετίας καί κατόπιν Ἀδριανουπόλεως, σέ ἰταλικό περιοδικό, καί τέλος σέ κήρυγμα τοῦ μακαριστοῦ Χαλκηδόνος Μελίτωνος, ὁ ὁποῖος προέβη σέ διάκριση μεταξύ ἀνατολικῆς καί δυτικῆς εὐσεβείας. Αὐτοί τότε ἐμφανίζονταν ὡς παραδοσιακοί Ὀρθόδοξοι, γιά νά καταλήξουν στή συνέχεια ἐνθουσιώδεις οἰκουμενιστές. Πρέπει νά ἀσχοληθεῖ καί μ’αὐτές τίς ἀλλαγές ὁ Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος, γιά νά φανοῦν δύο πράγματα : ἐν πρῶτοις ὅτι ἡ ἀλλαγή τοῦ π. Θεοδώρου ἦταν πρός τήν Ὀρθοδοξία, ἐνῶ τῶν πατριαρχικῶν καί τοῦ ἰδίου πρός τήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καί δεύτερον ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός δέν ὠφέλησε καθόλου, διότι, ἀντί νά στρέψει τούς ἑτεροδόξους πρός τήν Ὀρθοδοξία, ἔστρεψε τούς Ὀρθοδόξους πρός τήν αἵρεση.
Στό ἐν λόγω ἄρθρο του ὁ π. Θεόδωρος χαρακτηρίζει τήν Μόσχα ὡς νεοπαπιστική, διότι αὐτοβούλως, χωρίς πανορθόδοξη ἀπόφαση, εἶχε ἐπιτρέψει τήν διακοινωνία μέ τούς Παπικούς, τήν μετάδοση δηλ. τῆς Θείας Κοινωνίας. Γράφει ἐπί λέξει : «Καί σήμερον, ὅμως, ἡ Μόσχα εἶναι τό μοναδικόν παράδειγμα αὐτοκεφάλου ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, πού δέν συμμορφοῦται πρός τήν κοινήν τῶν Ὀρθοδόξων γραμμήν, ἀλλ'ἐπιβάλλει κατά νεοπαπιστικόν τρόπον ὅ,τι αὐτή θεωρεῖ ὡς ὀρθόν». Στά ἐπιλεγόμενα τοῦ ἄρθρου του ὁ π. Θεόδωρος συνοψίζει τήν ἐπιχειρηματολογία του : «Ἔχει δικαίωμα καί καθῆκον ὁ π. Ἰουστῖνος νά ἐκφράζη τάς ἀπόψεις του περί τῆς Μεγάλης Συνόδου καί περί τῶν ἐνεργειῶν προσώπων, πού ἠργάζοντο γιά τήν προπαρασκευήν της. Ἐπραξεν, ὅμως, κακῶς μέ τό νά στήση εἰς τό ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου τήν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως. Ὅλαι αἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται δημοκρατικῶς καί συνοδικῶς, καθιστῶσαι οὕτως συνυπευθύνους ὅλας τάς ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Ὤφειλε διά τοῦτο νά τρίξη τούς ὀδόντας πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις, καί πρός τήν ἰδικήν του Ἐκκλησίαν ἀκόμη (τήν Σερβική), ἐκπρόσωποι τῆς ὁποίας μετέχουν πάντοτε τῶν σχετικῶν συσκέψεων καί ὄχι νά φορτώνη τά πάντα εἰς τούς ὤμους τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, εἰς ἥν στενοκάρδως οὐδέν ἀγαθόν βλέπει. Ἀσφαλῶς δέν ἐπιθυμεῖ νά καμφθοῦν τά γόνατα τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας κέντρου. Αὐτό θά ἀπετέλει πλῆγμα βαρύτατον, διότι τό γκρέμισμα αὐτοῦ τοῦ στύλου, θά ἀποδυναμώσει καί τά ἄλλα ἑδραιώματα καί τούς ἄλλους θεσμούς. Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, φορτωμένον μέ τήν πεῖραν τῶν αἰώνων, ἀπέδειξε ὅτι εἶναι ἱκανόν νά διατηρήση τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μέσα εἰς τήν πολλαπλότητα τῶν ἐθνικῶν ἰδιορρυθμιῶν καί νά ἀναπτύξη τόν Ὀρθόδοξον πολιτισμόν, βασικόν γνώρισμα τοῦ ὁποίου εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ πολλότης, ἡ ποικιλία, ἡ δημοκρατικότης. Ποία ἄλλη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θά ἠμποροῦσε νά ἀναλάβη αὐτόν τόν ρόλον, χωρίς τόν κίνδυνον τῆς διαιρέσεως, ὄχι μόνο ἐκ τῆς ἀπουσίας τῆς ἱστορικῆς ἐμπειρίας, ἀλλά ἐκ τῆς καινοτόμου αὐτῆς ἀλλαγῆς, ὡς καί τοῦ ἐνδεχομένου ἐξάρσεως ἐθνοφυλετικῶν τάσεων»;
Θεωροῦμε τό σχόλιο τοῦ π.  Γεωργίου Τσέτση ὡς μία εὐκαιρία, γιά νά ἐξηγήσουμε τήν τότε στάση τοῦ π. Θεοδώρου γιά ὅσα τότε εἶχε γράψει, ἀλλά καί τήν σημερινή στάση του. Νομίζουμε, λοιπόν, ὅτι, ὅπως ἐλέχθη, ὁ π. Γεώργιος παραβιάζει ἀνοικτές πόρτες καί «κομίζει γλαῦκα εἰς Ἀθήνας», μέ τό νά θέλει νά παρουσιάσει τόν π. Θεόδωρο ὡς πατριαρχικό καί φιλοπατριαρχικό. Αὐτό εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν. Ἄν διαβάσει κανείς τό βιογραφικό σημείωμα τοῦ π. Θεοδώρου, πού εἶναι ἀναρτημένο στό διαδύκτιο[2], θά δεῖ ὅτι ἦταν ἐπίλεκτο στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἦταν ὁ πρῶτος συνεργάτης στό Πατριαρχικό Ἵδρυμα Πατερικῶν μελετῶν στήν Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων. Στή συνέχεια ἦταν ἀναπληρωτής διευθυντής τοῦ ἰδίου ἱδρύματος, καί, ἄν δέν εἶχε ἀλλάξει γραμμή, ὁ ἑπόμενος διευθυντής του. Ὅλες του οἱ σπουδές καί οἱ πρῶτες ἐρευνητικές ἐνασχολήσεις του εἶχαν σχέση μέ τούς πατριαρχικούς κύκλους. Στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκκης, ὅπου φοίτησε τήν περίοδο 1961-65, ὅλοι οἱ καθηγητές του ἦταν οἰκουμενιστές. Δέν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας ἀντιοικουμενιστής καθηγητής. Καί μάλιστα περιέργως στή Θεολογική Σχολή εἶχε εἰσαχθεῖ τό μάθημα τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, «Ἱστορία δογμάτων καί Οἰκουμενική Κίνησις», τό ὁποῖο διδάσκονταν ἐνθουσιωδῶς ἀπό τόν ἀρμόδιο καθηγητή, καί ὅλοι οἱ καθηγητές μέ ἐνθουσιασμό προέβαλλαν τήν «μεγάλη προφητική μορφή» τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καί ὅλους τούς μεγάλους οἰκουμενιστές. Ὁ π. Θεόδωρος, λοιπόν, ἀνατράφηκε μέσα σ’αὐτό τό πατριαρχικό κλίμα καί τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον. Ἀλλά, κάποια στιγμή, διαβάζοντας ὁ ἴδιος κείμενα ἁγίων Πατέρων καί συνειδητοποιώντας τήν κατάσταση, τόλμησε καί ἔκανε τήν ρήξη μόνος του. Θά μποροῦσε νά εἶχε παραμείνει ἐκεῖ στά συμπόσια, στίς τιμές καί στά ἱδρύματα καί νά ἦταν σήμερα ὁ πρῶτος στά συνέδρια παντοῦ. Ὑπάρχουν πατριαρχικά ἐπαινετικά ἔγγραφα, τά ὁποῖα καθιστοῦν φανερό καί γνωστό ὅτι ὁ π. Θεόδωρος ἦταν τοῦ Πατριαρχείου καί ἀνατράφηκε μέσα στό κλίμα αὐτό. Ὁ καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου, διευθυντής τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν καί διδάσκαλος τοῦ π. Θεοδώρου, τοῦ ὁποίου ὁ π. Θεόδωρος ὑπῆρξε στενός συνεργάτης στό πανεπιστήμιο, καταγόταν ἀπό τό χωριό τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, ἀπό τό Βασιλικό τῆς Ἠπείρου, καί ἦταν στενότατα συνδεδεμένος μ' αὐτόν. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας διόρισε τόν καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου διευθυντή τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν. Ὅλες, λοιπόν, οἱ συζητήσεις ἦταν ἐνθουσιώδεις ὑπέρ αὐτῆς τῆς «μεγάλης προφητικῆς μορφῆς» τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου. Ὅταν συναντήθηκαν ὁ μέγας οἰκουμενιστής Πατριάρχης Ἀθηναγόρας μέ τόν αἱρεσιάρχη Πάπα Παῦλο Στ΄ στά Ἱεροσόλυμα τό 1964, ἔλεγαν οἱ τότε οἰκουμενιστές καθηγητές τοῦ π. Θεοδώρου : «Εἶδατε πῶς ἐξαφάνισε ὁ Ἀθηναγόρας τόν Πάπα; Σάν τόν Μωυσῆ. Μέ τήν μακρυά του γενιάδα καί μέ τήν ἀγκαλιά του καί μέ τό παράστημά του τόν ἐξαφάνισε τόν Πάπα». Δέν ἀκουγόταν, λοιπόν, τήν περίοδο ἐκείνη τῶν σπουδῶν καί τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς πανεπιστημιακῆς καριέρας τοῦ π. Θεοδώρου λόγος κριτικός ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου καί ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ  π. Θεόδωρος τόλμησε καί ἄλλαξε αὐτήν τήν οἰκουμενιστική ὁδό μέ πολύ κόστος. Πῶς ἔγινε αὐτή ἡ ἀλλαγή; Αὐτή ἡ ἀλλαγή ἔγινε, ὅπως λένε καί τά κείμενα, ἀπό θεία παρέμβαση, ἀπό θεῖο φωτισμό. Ἐνῶ τά πρῶτα ἔτη τῆς ἀκαδημαϊκῆς σταδιοδρομίας του ὁ π. Θεόδωρος ἀσχολοῦνταν μέ θέματα ἄσχετα μέ τόν Οἰκουμενισμό καί ὅλες του οἱ μελέτες ἦταν γιά θέματα θεολογικά, πατρολογικά κ.ἄ. χωρίς νά ἔχουν σχέση μέ τόν Οἰκουμενισμό, κάποια στιγμή γύρω στό 1975 ἀσχολήθηκε μέ τόν πρῶτο Πατριάρχη μετά τήν ἅλωση τῆς Πόλεως, τόν ἅγιο Γεννάδιο Σχολάριο, γιά τόν ὁποῖο εἶδε ὅτι ἀδικεῖται ἀπό τήν ἐπιστημονική ἔρευνα καί ἔπρεπε νά ἀποκατασταθεῖ. Ἔχοντας, λοιπόν, μέσα του ἔμφυτο τό αἴσθημα τῆς ἀληθείας ἐναντίον τῆς διαστρεβλώσεως, ἀνέλαβε νά γράψει μία μεγάλη μονογραφία γιά τόν Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Ἡ ἐνασχόλησή του αὐτή ἀπό τό 1975 μέχρι τό 1980 μέ τόν Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, τοῦ ἔφερε μπροστά του ὅλη τήν παράδοση σχετικά μέ τήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ, τά σχετικά μέ τήν ψευδοσύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, τούς ἀγῶνες τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, καί κατενόησε τήν πραγματική εἰκόνα τοῦ Παπισμοῦ, τήν ὁποία τοῦ ἀπέκρυπταν στό πανεπιστήμιο. Ὅταν, λοιπόν, συνέκρινε τά ὅσα γίνονται σήμερα μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς (τά φιλοπαπικά καί φιλοοικουμενιστικά ἀνοίγματα) μέ αὐτά πού ὑπάρχουν μέσα στά κείμενα, διεπίστωσε ὅτι ἦταν σέ λάθος δρόμο. Καί ἐπειδή ἤθελε νά εἶναι ἀκόλουθος τῶν ἁγίων Πατέρων, εἶπε : «Θά προτιμήσω νά εἶμαι μέ τούς ἁγίους Πατέρες, παρά μέ τούς ἰσχυρούς τούς σημερινούς, τούς οἰκουμενιστές». Ἔτσι ἄρχισε νά ἀναπροσανατολίζεται. Τήν περίοδο, λοιπόν, ἐκείνη, πού ἦταν ἐκλεκτό στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἀπολάμβανε πολύ μεγάλης ἐκτιμήσεως καί στούς συνοδικούς κύκλους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό 1985 παραιτήθηκε δυσαρεστημένος ἀπό τόν ἐπίσημο Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Παπικούς ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Μέγας Φαράντος, καί μέ συνοδικό ἔγγραφο ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, λαϊκός καθηγητής εἰσέτι ὧν ὁ π. Θεόδωρος, παρεκλήθη νά ἀντικαταστήσει στόν Διάλογο μέ τούς Παπικούς τόν καθηγητή Μέγα Φαράντο. Πρέπει μάλιστα νά ποῦμε ὅτι πρός τήν κατεύθυνση αὐτή εἶχε ἐργασθεῖ καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως κυρός Διονύσιος,  ὁ ὁποῖος εἶπε : «Ἡ Θεσσαλονίκη δέν ἐκπροσωπεῖται στούς Διαλόγους. Βάζουν Ἀθηναίους μόνον. Ἐγώ, π. Θεόδωρε, θά ἐπιμείνω νά πᾶτε ἐσεῖς στόν Διάλογο». Καί πῆγε ὁ π. Θεόδωρος στόν Διάλογο μέ τούς Παπικούς, κι ἐκεῖ τοῦ ἀνοίχθηκε ἄλλος κόσμος, τοῦ τί γίνεται στούς Διαλόγους. Καί ἄρχισε πλέον νά καταλαβαίνει τί σημαίνει Οἰκουμενισμός, τί σημαίνει Διάλογος καί τί σημαίνει Παπισμός, γιατί τά ζοῦσε πλέον ἀπό μέσα, ἦταν μέσα στά πράγματα.
Πῶς ἦλθε ἡ ρῆξη τελικῶς τοῦ π. Θεοδώρου μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο;
Ὁ π. Θεόδωρος δέν ἦταν μόνο ἐκλεκτό στέλεχος, ἦταν καί ἐργάτης πιστός καί ἀκάματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ὑπάρχουν ἑκατοντάδες πατριαρχικῶν λόγων καί ἑκατοντάδες πατριαρχικά καί συνοδικά κείμενα ἀπό τή γραφίδα τοῦ π. Θεοδώρου. Κείμενα, πού ἔγραφε ὁ  π. Θεόδωρος γιά τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο. Ὁπου πήγαινε ὁ Πατριάρχης Δημήτριος διάβαζε κείμενα, πού εἶχαν γραφεῖ ἀπό τόν π. Θεόδωρο ὀρθοδοξότατα καί πατερικότατα. Θά εἶχε γράψει ἀκόμη πολλά δικά του βιβλία ὁ π. Θεόδωρος, ἄν τόν χρόνο, πού ἀφιέρωσε στή σύνταξη πατριαρχικῶν κειμένων, τόν διέθετε σέ ἑπώνυμες δικές του συγγραφές. Ζῶντας, λοιπόν, μέσα σ’ αὐτό τό κλίμα τῶν διαλόγων καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἄρχισε νά ὡριμάζει μέσα του ἡ ἄποψη ὅτι πρέπει τελικῶς νά πάρει ἀποστάσεις ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Καί ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός βοήθησε πρός τήν κατεύθυνση αὐτή. Γιατί τί ἄλλο θά ἔπρεπε νά κάνει ὁ π. Θεόδωρος; Δηλαδή, ἐπειδή γεννήθηκε καί βρέθηκε μέσα σέ μιά πλάνη, ἔπρεπε νά συνεχίσει τήν πλάνη αὐτή; Καί ἀντί νά ἐπαινεθεῖ αὐτή ἡ τολμηρή ρήξη, τώρα κάποιοι τήν κατακρίνουν; Μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, χειροτονήθηκε κληρικός. Ἔτσι ὁ Θεός θέλησε, σέ μεγάλη ἡλικία, σέ ἡλικία 49-50 ἐτῶν. Χειροτονήθηκε κληρικός στήν Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Ἱερά Μονή τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, διότι ἤθελε ἀκόμη νά εἶναι σέ πατριαρχικό περιβάλλον, ἐλπίζοντας πώς ἕνας πατριαρχικός κληρικός μέσα ἀπό τό Πατριαρχεῖο κάτι θά μπορέσει νά κάνει, μήπως ἀπό μέσα θά μπορέσει νά ἀλλάξει μερικά πράγματα, ἀκόμη καί μέ τά κείμενα, πού ἔγραφε. Πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὑπῆρξε ἀρχιερεύς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κεκοιμημένος τώρα, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἄρχισε ὁ π. Θεόδωρος νά ἀντιλαμβάνεται τί γίνεται καί νά ἀνησυχεῖ, συμμεριζόταν τίς ἀγωνίες τοῦ π. Θεοδώρου. Ὁ ἐνάρετος καί ἀκέραιος αὐτός ἱεράρχης ἔδινε στόν π. Θεόδωρο πρακτικά συνεδριῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπου ἀντιδροῦσε ὁ ἐν λόγω ἱεράρχης γιά τά ἀνοίγματα αὐτά τοῦ Πατριαρχείου πρός τόν Παπισμό καί τόν Οἰκουμενισμό. Δέν ὑπάρχει τώρα ἄλλος ἀρχιερεύς στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο σάν κι αὐτόν. Ἔγινε, λοιπόν, ὁ π. Θεόδωρος κληρικός τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἡ θέλησή του τότε ἦταν νά μπεῖ στό θυσιαστήριο, νά λειτουργεῖ τά Ἄχραντα Μυστήρια καί νά ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐπικοινωνεῖ μέ πρόσωπα κεκοιμημένα καί ζῶντα. Ὡς διάκονο τόν χειροτόνησε ὁ ἡγούμενος τῆς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Ἀναστασίας Φαρμακολυτρίας στά Βασιλικά Χαλκηδικῆς, Μητροπολίτης Μιλήτου Ἀπόστολος τόν Δεκέμβριο τοῦ 1990, καί μετά ἀπό τρεῖς μῆνες, τόν Μάρτιο τοῦ 1991, τόν χειροτόνησε σέ πρεσβύτερο ὁ τότε Χαλκηδόνος Βαρθολομαῖος, λίγο πρίν γίνει Πατριάρχης, ὄχι πάντως μέ ἐπιθυμία τοῦ π. Θεοδώρου, ἀλλά κατά ἐπιθυμία τοῦ ἡγουμένου τῆς Μονῆς. Ὑπάρχει τό σχετικό ἔγγραφο, ὅπου ὁ ἡγούμενος ἔγραψε πρός τόν Πατριάρχη Δημήτριο νά ἀποστείλει ἕναν ἀρχιερέα, γιά νά κάνει τή χειροτονία τοῦ                      π. Θεοδώρου. Καί ὁ Πατριάρχης Δημήτριος ἔστειλε τόν πρῶτο τῆ τάξει τότε, τόν Χαλκηδόνος Βαρθολομαῖο. Ὅταν ὁ Βαρθολομαῖος ἔγινε Πατριάρχης τό 1991, λίγο μετά κάλεσε στό γραφεῖο του τον π. Θεόδωρο καί τοῦ εἶπε : «Πάτερ Θεόδωρε, θά σᾶς παρακαλέσω μέ τήν ἴδια ζέση πού γράφατε τά πατριαρχικά κείμενα γιά τόν Πατριάρχη Δημήτριο, νά ἐξακολουθήσετε νά εἶσθε καί δικός μου λογογράφος, νά γράφετε καί τά δικά μου κείμενα. Καί πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι τοῦ χρόνου, τό 1992, ὑπάρχει ἕνα ταξίδι μου πατριαρχικό στή Δυτική Γερμανία καί γιά νά σᾶς τιμήσω γιά ὅσα προσφέρατε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, θά σᾶς κάνω μέλος τῆς πατριαρχικῆς μου συνοδείας». Ὄντως, λοιπόν, τό 1992 στή μεγάλη πατριαρχική συνοδεία, ἦταν παρών καί ὁ π. Θεόδωρος ὡς κληρικός καί πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ἦταν τότε ἡ πρώτη φορά, πού ἔπεσε ἀπό τά σύννεφα. Ὅλη του ἡ ὡρίμανση καί ἡ διάθεσή του νά πάρει ἀποστάσεις ὁλοκληρώθηκαν καί κορυφώθηκαν ἐκεῖ. Ὅταν εἶδε ὅτι στή Γερμανία ὁ Πατριάρχης καί ἡ συνοδεία του ἔκαναν ἀδεῶς συμπροσευχές μέ Προτεστάντες καί Παπικούς, ἐνδεδυμένοι γύρω ἀπό παπικά καί προτεσταντικά ἀλτάρια˙ τήν πρώτη φορά, ἐπειδή δέν τά γνώριζε, τά ἔχασε καί ἔμεινε λίγο στήν ἄκρη. Ἦλθε ὁ ἀρχιδιάκονος τότε, τώρα μητροπολίτης στή Νότιο Ἀμερική, καί τοῦ εἶπε : «Πάτερ Θεόδωρε, δέν θά'ρθετε στή συνοδεία»; «Ἐγώ δέν ἔρχομαι ἐκεῖ πού πᾶτε ἐσεῖς. Καί στό ἑξῆς μή μ'ἐνοχλήσεις νά'ρθω σέ συμπροσευχές»,  ἀπάντησε ὁ π. Θεόδωρος. Ὅταν, λοιπόν, ἐπέστρεψαν ἀπό τό ταξίδι αὐτό, ὅπου ἰδίοις ὄμμασι διεπίστωσε ὅτι αὐτά πού ἔγραφαν γιά συμπροσευχές μέ αἱρετικούς, δέν εἶναι λόγια καί θεωρίες, ἀλλά πράξεις, εἶπε  : «Ἐγώ δέν μπορῶ νά εἶμαι ἐργάτης καί στέλεχος σέ μία ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέν τηρεῖ τούς Ἱερούς Κανόνες καί συμπροσεύχεται μ'αἱρετικούς καί κάνει τά ἀνοίγματα αὐτά». Καί ὅταν τοῦ τηλεφώνησε μετά ἀπό τό ταξίδι ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τοῦ εἶπε : «Πάτερ Θεόδωρε, σᾶς παρακαλοῦμε πάρα πολύ. Ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος θά πάει κάπου. Νά μᾶς γράψετε 30-40 κείμενα», εἶπε  : «Ἔληξε ἡ συνεργασία μας». Ἀπό τό 1992 τελειώνει ἡ συνεργασία τοῦ π. Θεοδώρου μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.
Σ’αὐτό βοήθησε καί κάτι ἄλλο. Ὁ π. Θεόδωρος ἦταν μέλος τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου μέ τούς Παπικούς. Συνετέλεσε τά μέγιστα στήν καταδίκη τῆς Οὐνίας στό Freising τοῦ Μονάχου τόν Ἰούνιο τοῦ 1991. Ἡ σημαντική συμβολή του προκύπτει μέσα ἀπό τά ἔγγραφα. Τό κείμενο, στό ὁποῖο καταδικάζεται ἡ Οὐνία, τό ἔγραψε ὁ π. Θεόδωρος. Ἔγινε κείμενο τοῦ Διαλόγου, ἀλλά εἶναι κείμενο τοῦ π. Θεοδώρου.Ὅταν, λοιπόν, καταδικάσθηκε ἡ Οὐνία στό Freising τοῦ Μονάχου τό 1991, τό Βατικανό ἔγινε ἄνω-κάτω. Ἦρθε τότε ὁ Ὀρθόδοξος συμπρόεδρος τοῦ Διαλόγου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας Στυλιανός, στό σπίτι τοῦ π. Θεοδώρου, καλοκαίρι, παρούσης τῆς πρεσβυτέρας, καί τόν παρεκάλεσε νά ἀποσύρουν καί νά κρύψουν τό ὑπογραφέν κείμενο. «Τό Βατικανό δέν δέχεται τό κείμενο», εἶπε ὁ Αὐστραλίας. «Καί τί εἴμαστε ἐμεῖς; Ὑπάλληλοι τοῦ Βατικανοῦ»; ἀπάντησε ὁ π. Θεόδωρος καί τοῦ εἶπε : «Ἅγιε Αὐστραλίας, δέν μπορῶ νά συμφωνήσω καί νά συμμαχήσω σέ μιά τέτοια πράξη. Αὐτό τό κείμενο ἀποτελεῖ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀναγκάσθηκαν καί οἱ Παπικοί νά ὑπογράψουν τίς δικές μας τίς θέσεις. Αὐτό, λοιπόν, τό κείμενο, πού εἶναι σημαία δική μας ἐναντίον τῆς Οὐνίας, θά τό ἀποσύρουμε»; Τό Βατικανό, ὅμως, ἐξαφάνισε αὐτό τό κείμενο καί δέν τό παρουσίασε πουθενά. Αὐτό δείχνει καί τό πῶς ἀντιλαμβάνονται οἱ Παπικοί τόν Διάλογο. Δέχονται μόνο τά κείμενα, πού ἐκφράζουν τίς δικές τους θέσεις. Τί χρειάζεται τότε ὁ Διάλογος; Νά γίνουμε ὅλοι παπικοί νά τελειώνουμε. Ἐπειδή, λοιπόν, δέν κατορθώθηκε νά ἀποσυρθεῖ τό κείμενο τῆς καταδίκης τῆς Οὐνίας, μεθόδευσε τό Βατικανό ἄλλο χειρότερο τρόπο. Σέ 2 χρόνια παρέσυρε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί μερικές Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες σέ ἄλλη συνεδρία στό περίφημο Balamand τοῦ Λιβάνου τό 1993, ὅπου ἐκεῖ ἀθώωσαν τήν Οὐνία. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί ἄλλες πέντε Ἐκκλησίες (Ἱεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας καί Τσεχοσλοβακίας) διαμαρτυρόμενες, δέν πῆγαν ἐκεῖ, ὅπου ἀθώωσαν τήν Οὐνία. Ὅταν, λοιπόν, βγῆκε τό ἀθωωτικό κείμενο τῆς Οὐνίας, ὁ π. Θεόδωρος, πού γνώριζε τό θέμα καί εἶχε συντελέσει στή καταδίκη τῆς Οὐνίας, ἔγραψε ἕνα ἄρθρο, μέ τό ὁποῖο ἔκρινε ἀρνητικά τό κείμενο τοῦ Balamand. Τά κείμενα αὐτά ὅλα, καί γιά τήν πρώτη καταδίκη καί γιά τήν ἀθώωση τῆς Οὐνίας, ὑπάρχουν στό βιβλίο τοῦ π. Θεοδώρου «Οὐνία˙ ἡ καταδίκη καί ἡ ἀθώωση»  ἐκδ. Βρυέννιος, σειρά ‘Φίλη Ὀρθοδοξία 4’, Θεσσαλονίκη 2002, τό ὁποῖο κι αὐτό εἶναι καταδικασμένο σέ ἀφάνεια ἀπό τούς οἰκουμενιστές. Ἀκόμη καί ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τό θέμα τῆς Οὐνίας, ἐκτός κάποιων ἐπαινετῶν ἐξαιρέσεων, δέν παραπέμπουν σ'αὐτό. Παραπέμπουν σέ ἄσχετους συγγραφεῖς καί ὄχι στόν π. Θεόδωρο, πού ἦταν αὐτόπτης μάρτυς καί πρωταγωνιστής στά θέματα αὐτά. Ὅταν, λοιπόν, δημοσιεύθηκε ἡ κριτική αὐτή τοῦ π. Θεοδώρου γιά τό κείμενο τοῦ Balamand, τό ὁποῖο εἶχε δεχθεῖ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί ἐπειδή προηγουμένως εἶχε ἀρνηθεῖ πλέον συνεργασία μαζί τους, ἦλθε ἡ πρώτη του τιμωρία. Σέ λίγο ἀκολούθησε καί δεύτερη. Ἡ πρώτη τιμωρία ἦταν ὅτι ἔγραψε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος πρός τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τήν ὁποία ἀντιπροσώπευε ὁ π. Θεόδωρος στό Διάλογο μέ τούς Παπικούς, ὅτι «τοῦ λοιποῦ οὐκ ἐπιτρέπομεν εἰς τόν ἡμέτερον κληρικόν πρωτοπρεσβύτερον π. Θεόδωρον Ζήσην νά χρησιμοποιεῖται εἰς τόν διάλογον μέ τούς Ρ/καθολικούς». Κατήργησαν τόν π. Θεόδωρο ἀπό μέλος τοῦ Διαλόγου καθ'ὑπόδειξιν τοῦ Βατικανοῦ. Αὐτό τό εἶπε τοῦ  π. Θεοδώρου ἕνας παπικός θεολόγος : «Πάτερ, σᾶς ἔφαγε τό Βατικανό καί εἶπε στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο νά σᾶς καταργήσουν ἀπό τόν διάλογο, γιατί ἀφοῦ καταδικάσατε τήν Οὐνία τό 1991,  θ' ἀκολουθοῦσαν κι ἄλλα θέματα παρόμοια». Θά ἔχουμε, λοιπόν, ἕνα θεολόγο μέσα στό Διάλογο, ὁ ὁποῖος θά ὑπερασπίζεται τίς ὀρθόδοξες θέσεις καί θά δυσκολεύει τούς Παπικούς; Καταργεῖστε τον ἀπο’κεῖ. Δέν σᾶς ἐπιτρέπουμε νά χρησιμοποιεῖτε τόν ἡμέτερον κληρικόν στόν Διάλογο. Ἔγραψε τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Σεραφείμ ἐπιστολή πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο,  λέγοντας πώς ὁ π. Θεόδωρος εἶναι ἀπαραίτητος καί πολύτιμος, γιατί συνέβαλε πολύ στή καταδίκη τῆς Οὐνίας, ἀλλά τό Πατριαρχεῖο ἐπέμενε : «Δέν ἐπιτρέπω νά χρησιμοποιεῖτε τόν π. Θεόδωρον Ζήσην». Τά σχετικά κείμενα ὑπάρχουν στό ἀναφερθέν βιβλίο.
Σέ λίγο ἦλθε κι ἄλλη τιμωρία. Ἔγραψαν γράμμα ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στόν π. Θεόδωρο, μέ τήν ὁποία τοῦ ἀνακοίνωναν ὅτι ἐκδιώκεται ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, δέν εἶναι πλέον κληρικός τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καί πρέπει νά τούς ὑποδείξει ἐπειγόντως σέ ποιά Μητρόπολη θέλει νά στείλουν τό ἀπολυτήριό του. Τό πάλαι ἐπίλεκτο στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τώρα εἶναι ὑπό ἀπόλυσιν. «Ποῦ θέλετε νά στείλουμε τό ἀπολυτήριό σας καί νά μᾶς ἀπαντήσετε γρήγορα». Τήν περίοδο ἐκείνη, πού ἐστάλη τό ἔγγραφο αὐτό στόν π. Θεόδωρο, ἐκοιμήθη ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Χρυσοφάκης. Ὁ π. Θεόδωρος ἀπήντησε, γράφοντας ὅτι, ἐπειδή μεσολάβησε ὁ θάνατος τοῦ Θεσσαλονίκης, πρέπει νά περιμένει τήν ἐκλογή τοῦ νέου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, γιά νά συνεννοηθεῖ μαζί του, ἄν θά τόν ἔγραφε στούς κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καί τότε θά τούς ἀπαντοῦσε σέ ποιά Μητρόπολη νά στείλουν τό ἀπολυτήριό του. Ὡς γνωστόν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἐξελέγη ὁ ἀπό Ἀλεξανδρουπόλεως Ἄνθιμος Ρούσσας. Στή συνέχεια, μεσολάβησαν κι ἄλλα γεγονότα, ὅπως ἡ σύγκρουση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου μέ τό Φανάρι, καί ξεχάσθηκε τό θέμα. Ἀναζωπυρώθηκε, ὅμως, μέ δεύτερο ἔγγραφο σχετικά μέ τό ἀπολυτήριό του, ἀπό τήν αὐστηρή κριτική, πού ἄσκησε καί πάλι ὁ π. Θεόδωρος, γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στό Φανάρι τόν Νοέμβριο τοῦ 2006. Ἔγραψε τότε ἄρθρο ὁ π. Θεόδωρος στήν ἐφημερίδα ‘Ὀρθόδοξος Τύπος’ καί στό περιοδικό ‘Θεοδρομία', στό ὁποῖο ἔλεγε ὅτι ἡ συνάντηση Πατριάρχου καί Πάπα δέν εἶναι ἐπί τῆς ὁδοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων, και ὅτι ἀμφότεροι βαδίζουν σέ ἐπικίνδυνους δρόμους. Ἀνανεώθηκε, λοιπόν, ἡ ἀπόλυση καί στάλθηκε ἄλλο γράμμα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο θά ἔπρεπε ὁ π. Θεόδωρος τό συντομώτερο δυνατόν νά τούς ὑποδείξει Μητρόπολη, στήν ὁποία νά στείλουν τό ἀπολυτήριό του. Ὄντως, λοιπόν, ὁ  π. Θεόδωρος, μετά ἀπό συνεννόηση μέ τόν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ἄνθιμο, εἶπε στούς πατριαρχικούς νά στείλουν τό ἀπολυτήριό του στήν Ἱερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ἔτσι κι ἔγινε.
Στούς οἰκουμενιστικούς, πατριαρχικούς κύκλους λέγονται πολλά ἐναντίον τοῦ π. Θεοδώρου˙ τούς στοίχισε καί τούς στοιχίζει πολύ ὁ λόγος του, διότι προηγουμένως ἦταν ἕνας ἐξ αὐτῶν καί γνωρίζει τά θέματα. Ὁ π. Θεόδωρος ἐφήρμοσε αὐτό, πού λέει ἡ Ἁγία Γραφή : «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε»[3]. Βγεῖτε μέσα ἀπ'αὐτούς, βγεῖτε μέσα ἀπό τήν αἵρεση, τί κάθεστε μέσα στήν αἵρεση; Δηλ. εἶναι κατακριτέα ἡ μεταστροφή καί ἡ ἀλλαγή γνώμης; Μιά ἀλλαγή, ἡ ὁποία συνειδητά τώρα ἐπί 23 χρόνια εἶναι ἡ ὁριστική τοποθέτησή του, ὄχι δική του, ἀλλά στή γραμμή τῶν ἁγίων Πατέρων; Ὁ π. Θεόδωρος θέλει νά εἶναι ἀκόλουθος ὄχι τοῦ Ἀθηναγόρου, οὔτε τοῦ Δημητρίου, οὔτε Βαρθολομαίου, ἀλλά ἀκόλουθος τῶν ἁγίων Πατέρων.
Αὐτή, λοιπόν, περίπου εἶναι ἡ σκιαγράφηση τῆς πορείας τοῦ π. Θεοδώρου καί τῆς ὀργῆς, πού ἔχει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἐναντίον του. Ἐπαναλαμβάνουμε πώς ὁ π. Θεόδωρος θά μποροῦσε νά ἀπολαμβάνει τιμές, δόξες, ἀξιώματα, ταξίδια, συνέδρια καί διακρίσεις, ἀλλά τά ἀρνήθηκε χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἀληθείας. Στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης ἦταν ἀπό τούς πιό προβεβλημένους, συγκροτημένους καί ἀγαπητούς καθηγητές. Οὐδείς ἄλλος καθηγητής καθοδήγησε τόσους ἄλλους πτυχιούχους ὅσους ὁ π. Θεόδωρος στή σύνταξη διπλωματικῶν ἐργασιῶν καί διδακτορικῶν διατριβῶν. Θά ἐκπλαγοῦν ὅλοι, ἄν κάποτε δημοσιευθεῖ ὁ σχετικός κατάλογος. Ἐμπιστεύονταν ὅλοι τήν κρίση του καί τήν ἀγάπη του στούς νέους ἀνθρώπους. Ἀναλογικά οἱ περισσότεροι σήμερα καθηγητές στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης καί ἀρκετοί στήν Ἀθήνα εἶναι διδάκτορες τοῦ π. Θεοδώρου. Μετά τήν συνταξιοδότησή του εἶχαν ἀποφασίσει νά τοῦ κάνουν τιμητικό τόμο ἐπί τῆ ἀποχωρήσει του, ἀλλά παρενέβησαν διάφορα πρόσωπα καί αὐτό δέν ἔγινε. Δέν πειράζει. Ὁ π. Θεόδωρος δέν ἔχει ἀνάγκη τίς ἀνθρώπινες τιμές. Προτιμᾶ νά μήν τόν τιμήσουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ὁ Θεός καί οἱ ἅγιοι. Ἀπό τούς πανεπιστημιακούς μαθητές του οἱ περισσότεροι τόν ἐγκατέλειψαν, γιά νά μήν χάσουν προαγωγές καί ἀξιώματα. Λίγοι, πού ἀκολουθοῦν τήν γραμμή του, ταλαιπωροῦνται καί βασανίζονται. Αὐτό θέλουν οἱ οἰκουμενιστές καθηγητές, νά μή μείνει τίποτε στή Θεολογική Σχολή ἀπό τήν θεολογία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση.
Ἐσεῖς, λοιπόν, π. Γεώργιε Τσέτση καί λοιποί οἰκουμενιστές, ἄν σέ μιά σχολή, ἡ ὁποία δέν εἶχε οὔτε ἕναν ἀντιοικουμενιστή καθηγητή, τολμοῦσε ἕνας νεαρός θεολόγος-καθηγητής, ὡριμάζοντας καί βλέποντας τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, ν' ἀκολουθήσει τόν δικό τους δρόμο ἐναντίον τῶν τιμῶν,  τῆς κοσμικῆς δόξας καί ὅλων τῶν πλεονεκτημάτων, δέν θά τόν ἐπαινούσατε; Καί τολμᾶτε τώρα καί νομίζετε πώς φέρνετε σέ δύσκολη θέση τόν π. Θεόδωρο μέ τό νά λέτε ὅτι ὁ π. Θεόδωρος ἔγραφε τότε, πρίν 38 χρόνια, ὑπέρ τοῦ Ἀθηναγόρα καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου;
Σχετικά μέ τά ἐπαινετικά λόγια, πού ἔγραψε ὁ π. Θεόδωρος γιά τόν Ἀθηναγόρα οἱ οἰκουμενιστές καί ὁ π. Γεώργιος Τσέτσης τά ἔχουν κάνει σημαία τώρα. Ὄντως ὁ π. Θεόδωρος εἶπε γιά τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα ὅτι «ἐγράφη χρυσοῖς γράμμασι στήν ἱστορία», διότι τότε τό πίστευε αὐτό, ἀφοῦ ἀνῆκε στόν οἰκουμενιστικό πατριαρχικό κύκλο. Ἀπό τά πανεπιστημιακά καί ἀκαδημαϊκά γεννοφάσκια του μεγάλωσε σέ πατριαρχικούς καί οἰκουμενιστικούς κύκλους. Καί ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος «ζηλωτής ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων»[4], ἔτσι καί τότε ὁ π. Θεόδωρος μεγάλωσε μέσα στό πατριαρχικό καί οἰκουμενιστικό κλίμα καί πίστευε αὐτά, πού ἔγραφε. Πίστευε ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἦταν ὄντως μεγάλη μορφή. Ζηλωτής κι ὁ π. Θεόδωρος τῆς ἀγάπης του πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο ἐξακολουθεῖ ν'ἀγαπᾶ. Ὁ π. Θεόδωρος ἀγαπᾶ τόν θεσμό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὄχι ὅμως τά πρόσωπα, τά ὁποία προδίδουν τήν παράδοσή μας καί τήν Ὀρθοδοξία μας. Αὐτό ἐξακολουθεῖ να διδάσκει, τό νά ἀγαπᾶμε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Εἶναι ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, διαχρονικῶς. Ἀλλοίμονο ἄν δέν ἐξακολουθοῦμε νά ἀγαπᾶμε τή μητέρα μας Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Δεν ἀγαπᾶμε, ὅμως, αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἰχμαλωτίσει τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Γιατί, ἡ ἀληθινή αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δέν εἶναι ἡ αἰχμαλωσία του στούς Τούρκους, εἶναι ἡ αἰχμαλωσία του στόν Οἰκουμενισμό καί τήν αἵρεση, ἀπό τήν ὁποία αἰχμαλωσία ὁ π. Θεόδωρος λυτρώθηκε, βγῆκε καί νιώθει ἐλεύθερος. Λοιπόν, μή κατηγοροῦν οἱ Οἰκουμενιστές τον π. Θεόδωρο. Εἶναι ὁλοκάθαρη τή θέση του.
Σχετικά τώρα μέ τόν ὅσιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Ἄν διαβάσει κανείς τό ἄρθρο τοῦ π. Θεοδώρου, πού εἶχε γράψει τότε, θά δεῖ ἐν πρώτοις μέ πόσο σεβασμό ἐκφράζεται γιά τόν π. Ἰουστῖνο. Ὁ π. Ἰουστῖνος δέν ἦταν ἅγιος τότε. Εἶχε, ὅμως, τή φήμη μεγάλου Γέροντος καί μέ σεβασμό γράφει ὁ π. Θεόδωρος. Θεωροῦσε τότε ὅτι ὁ π. Ἰουστῖνος ἀδικοῦσε τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, γιατί ἦταν στέλεχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Κι ὄχι μόνον ὁ π. Θεόδωρος, ἀλλά καί ὁ μακαριστός, λόγιος μοναχός                         π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ἔγραψε τότε κείμενο πρός τόν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, στό ὁποῖο καί ἐκεῖνος τότε θεωροῦσε πώς ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἀδικεῖ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ὅμως, ὁ π. Θεόδωρος ἔχει δηλώσει δημόσια στό ἀρχονταρίκι τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίου Ἀντωνίου Ἰπποδρομίου Θεσσαλονίκης στίς 10-4-2011 ὅτι ὄντως τότε ἀδίκησε τόν Γέροντα καί ἅγιο τώρα π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς καί τοῦ ἀπέδωσε προθέσεις, τίς ὁποῖες δέν εἶχε, καί ζήτησε συγγνώμη γιά’κεῖνο τό νεανικό του ἀτόπημα, δήλωση πού μεταδόθηκε καί ἀπό τόν ἡλεκτρονικό καί ἀπό τόν ἔντυπο Τύπο.
Ἀλλά, ἄς ἀνοίξουν οἱ οἰκουμενιστές τά μάτια τους, γιά νά δοῦν τί σημαίνει μετάνοια, ἀλλαγή, εἰλικρίνεια καί εὐθύτητα. Ὁ π. Θεόδωρος ἄλλαξε γραμμή καί ἀκολουθεῖ τώρα τή γραμμή τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τότε τόν κατέκρινε, τώρα ἀκολουθεῖ τή γραμμή τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Τώρα, νά τά βλέπουν κάποιοι ἄλλοι, δηλ. οἱ τρεῖς μαθητές τοῦ ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς (Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς, Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς καί Ἀθανάσιος Γιέφτιτς) οἱ ὁποῖοι τότε μέν ἦσαν ἀκόλουθοι τοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, τώρα δέ ἔχουν γίνει οἰκουμενιστές καί φιλοπαπιστές. Ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἀνεκίνησε ἐναντίον τοῦ π. Θεοδώρου τό θέμα τοῦ Ἰουστίνου Πόποβιτς εἶναι ὁ γνωστός Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, ὁ ὁποῖος εἶπε : «Τί μιλάει ὁ π. Θεόδωρος; Αὐτός στράφηκε ἐναντίον τοῦ Ἰουστίνου Πόποβιτς». Ὁ π. Θεόδωρος στράφηκε τότε ἐναντίον τοῦ π. Ἰουστίνου, τώρα ὅμως εἶναι ἀκόλουθός του. Τήν γραμμή τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου ἀκολουθεῖ καί ὅλων τῶν ἁγίων καί τῆς Ἐκκλησίας σταθερά καί μόνιμα. Καί γι'αὐτό τά βάζουν ἐναντίον του τώρα ὅλοι αὐτοί. Ἄς δοῦμε, ὅμως, τί ἔγραφε τότε ὁ Γιέφτιτς, ὁ ὁποῖος τῶρα συμπροσεύχεται καί πηγαίνει μέ τούς καρδιναλίους καί τούς παπικούς, καί προδίδει τόν διδάσκαλό του, τόν ὅσιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Ὁ π. Θεόδωρος ζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς καί εἶναι ἀκόλουθός του, ἐνῶ αὐτοί τώρα προδίδουν τόν π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς. Ὑπάρχει ἕνα βιβλίο με τίτλο «Ἡ Θεοτόκος», μέ ἐπιμέλεια τοῦ π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς. Κοιτάξτε τί ἔλεγε τότε γιά τόν Παπισμό. Ἀφοῦ προηγουμένως ἀναφέρεται στήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων καί κάνει μερικές ἀναφορές, ἀκοῦστε τί λέει στή σελ. 268 ὑποσημ. 17 στό βιβλίο αὐτό γιά τή Θεοτόκο - εἶναι ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ πρός τή Θεοτόκο -  : «Ὅλα αὐτά διά τήν ὀρθόδοξον ἐκκλησιαστικήν συνείδησιν δέν χρειάζονται σχολιασμόν. Ἐκεῖνοι μόνον πού μέ τόν πολυθρύλητον οἰκουμενισμόν ἔχασαν σήμερον τήν συνείδησιν αὐτήν – κατακρίνει τούς οἰκουμενιστές τότε - καί τρέχουν δουλικῶς πρός τόν μονάρχην καί αἱρετικόν τῆς Ρώμης Πάπαν...». Τώρα κάνει αὐτός αὐτό. Τρέχει πρός τόν Πάπα. Ὁ  π. Θεόδωρος δέν ἔτρεξε ποτέ πρός τόν Πάπα. Νεαρός ὡρίμασε. Τώρα ὁ Γιέφτιτς στό γῆρας του καί στή γεροντική του ἡλικία ἐγκατέλειψε τή γραμμή του Γέροντός του καί τρέχει πρός τόν Πάπα, ἀντίθετα πρός αὐτά, πού ἔγραφε. Δέν ἐπιτρέπεται νά ἐμφανίζει ὁ Γιέφτιτς τόν π. Θεόδωρο ἀσυνεπή. Κανονικά θά πρέπει νά ἐμφανιστεῖ ἡ Σερβική τρόικα καί νά ζητήσει συγγνώμη ἀπό τόν Γέροντά τους, γιατί ἐγκατέλειψαν τή γραμμή του. Ὁ π. Θεόδωρος ζήτησε συγγνώμη γιά νεανικό του ὀλίσθημα. «Ἐκεῖνοι μόνον πού μέ τόν πολυθρύλητον οἰκουμενισμόν ἔχασαν σήμερον τήν συνείδησιν αὐτήν καί τρέχουν δουλικῶς πρός τόν μονάρχην καί αἱρετικόν τῆς Ρώμης Πάπαν, θά πρέπει τοὐλάχιστον χάριν συνεπείας νά πάυσουν νά ψάλλουν τήν ἀκολουθία τοῦ Πάσχα καί τό ἀναστάσιμον στιχηρόν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Χαῖρε Σιών Ἁγία, Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν». Γιατί τό εἶπε αὐτό ὁ Γιέφτιτς; Διότι, τότε καταφερόταν ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μέ τό ὁποῖο τώρα συνεργάζεται. Ἐπειδή «Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν», Νέα Σιών, θεωρεῖται ἀπό πολλούς τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, λέει ὁ Γιέφτιτς ὅτι ἡ «Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν» εἶναι τά Ἱεροσόλυμα. Νά μή θεωροῦμε ὅτι «Μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν» εἶναι ἡ Κωνσταντινούπολη. Τώρα, ὅμως, μέ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη συμφωνοῦν καί οἰκοδομοῦν τόν Οἰκουμενισμό καί τόν φιλοπαπισμό.
Ὁ π. Θεόδωρος βγῆκε, ἔκανε τήν ἔξοδό του ἀπό τήν αἰγυπτιακή αἰχμαλωσία, τά συμπόσια καί τά ἀγαθά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπό τίς τιμές καί τίς δόξες. Δέν εἶναι πλέον αἰχμάλωτος στή βαβυλώνια αἰχμαλωσία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἄλλοι νά κοιτάξουν νά ἐπιχειρήσουν τώρα ἔξοδο. Ὡς βαβυλώνια αἰχμαλωσία εἶχε χαρακτηρίσει ὁ Ράνσιμαν τήν Τουρκοκρατία. Ὅμως, χειρότερη αἰχμαλωσία εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Εἶναι χειρότερη ἡ τωρινή αἰχμαλωσία. Τότε ἡ αἰχμαλωσία ἦταν ἀκούσια στούς Τούρκους. Τώρα εἶναι ἑκούσια στόν Οἰκουμενισμό. Τότε ἦταν σέ κίνδυνο ὑλικά προσωρινά ἀγαθά. Τώρα ἡ σωτηρία εἶναι σέ κίνδυνο, ἀφοῦ στήν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κανείς δέν σώζεται. Ὁ π. Θεόδωρος ἦταν μαθητής οἰκουμενιστῶν καί ἔγινε μαθητής καί ἀκόλουθος τῶν ἁγίων Πατέρων καί τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς. Ἀντίθετα, οἱ μαθητές τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς καί ἄλλοι εἶναι τώρα μαθητές καί ἀκόλουθοι τῶν οἰκουμενιστῶν, αἰχμάλωτοι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ἔχω πληροφορηθεῖ ὅτι ὁ π. Θεόδωρος ἐτοιμάζει βιβλίο, ὅπου μέ λεπτομέρειες καί αὐθεντικά κείμενα θά παρουσιάζει τήν ἔξοδό του ἀπό τό οἰκουμενιστικό περιβάλλον τοῦ Φαναρίου καί την πορεία του ἐπί τῆς ὁδοῦ τῶν ἁγίων Πατέρων. Τό περιμένουμε μέ χαρά!


[1] 27-7-2015 Οἱ ἀντιδράσεις γιά τον ‘τυμβωρύχο ρασοφόρο’ τῆς Μητροπόλεως Πατρῶν, http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2015/07/blog-post_27.html
[2] http://www.theodromia.gr/B5307FF6.el.aspx
[3] Β΄ Κορ. 6, 17.
[4] Γαλ. 1, 14.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Παιδιά άγρια ή άγια;


Ο Αρχιμ. Καλλίνικος Μαυρολέων, εφημέριος του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πυλών Καρπάθου, εκπαιδευτικός, περιγράφει τον τρόπο ζωής της Εκκλησίας που οδηγεί τα παιδιά μας στην αγιότητα. 
pemptousia

Η ακυρότητα του λατινικού βαπτίσματος και ο οικουμενικός διάλογος

Η ακυρότητα του λατινικού βαπτίσματος και ο οικουμενικός διάλογος

 Πάβελ Βρομπλέφσκι

Εἰσαγωγή Ἱ.Μ. Παντοκράτορος
Δημοσιεύουμε παρακάτω τήν περίληψη τῆς ἀκαδημαϊκῆς συμβολῆς τοῦ Ἐπικούρου Καθηγητοῦ κ. Παύλου Βρομπλέφσκι (Paweł P. Wróblewski), τοῦ ἐν Πολωνίᾳ Πανεπιστημίου τοῦ Βροκλάου, σέ διεθνές συνέδριο οἰκουμενιστικοῦ χαρακτῆρος πού ἔλαβε χώρα τόν παρελθόντα Μάιο (2015) στό Ἰησουϊτικό Πανεπιστήμιο Φιλοσοφίας καί Παιδείας «Ἰγνατιανόν» τῆς Κρακοβίας (“Jesuit University of Philosophy and Education Ignatianum”). Ἡ ὁμιλία τοῦ Καθηγητοῦ Βρομπλέφσκι, μία εἰλικρινής, πεπαρρησιασμένη καί ὀρθοδόξως ἀκριβής ἐκκλησιολογική τοποθέτηση, ἅπτεται καί πάλιν τοῦ φλέγοντος θέματος τῆς ὀρθῆς, ἀκριβοῦς ἑρμηνείας τῶν ἱερῶν Κανόνων καί τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων περί τῆς ἀκυρότητος (κατά τήν εἰσδοχή κάποιου στήν Ὀρθοδοξία) ὅσων τύπων ἑτεροδόξου χριστιανικοῦ βαπτίσματος ἔχουν προηγηθεῖ (συμπεριλαμβανομένου τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ) καί δέν ἔχουν γίνει μέ τριττή κατάδυση καί μία ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ Καθηγητής οὐσιαστικῶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ «οἰκονομία» τῆς ἀποδοχῆς ἑτεροδόξων στήν Ἐκκλησία μέσῳ Χρίσματος καί ὄχι Βαπτίσματος, δέν καταργεῖ τήν ἐκκλησιολογική «ἀκρίβεια», ἀνέκαθεν μαρτυρημένη στήν Ἐκκλησία, ὅτι ὅλα τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν («ἑτεροδόξων») θεωροῦνται παντελῶς ἄκυρα, καί συνεπῶς εἰσερχόμενοι πάντες οἱ ἑτερόδοξοι στήν Ἐκκλησία, τήν Ὀρθοδοξία, πρέπει νά βαπτίζονται ἐξ ἀρχῆς. Ἡ «οἰκονομία» τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν στήν Ὀρθοδοξία χωρίς Βάπτισμα, ἀλλά μόνον μέ Χρῖσμα, προϋποθέτει, κατά τούς ἱερούς Κανόνες, ὅτι τό βάπτισμά τους στήν αἵρεση ἔγινε ὄχι μόνον μέ ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά καί μέ τριπλῆ κατάδυσή τους στήν κολυμβήθρα. Αὐτό ὅμως δέν ἰσχύει στόν Παπισμό («Ρωμαιοκαθολικισμό»), διότι ἐκεῖ ἐφαρμόζεται ράντισμα (ἤ ἐπίχυση) καί ὄχι κατάδυση, ἐφόσον ἄλλωστε καί ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια εἶχε εἰσαχθεῖ στή Δύση καί ἡ ἀντικανονική, ἅπαξ κατάδυση, ἀντί τῆς ἐκκλησιαστικῆς, τῆς τριττῆς.
Περί τῆς θαυμαστῆς καί ἐν πλήρει ἐπιγνώσει μεταστροφῆς τοῦ Καθηγητοῦ Παύλου Βρομπλέφσκι στήν Μία Ἐκκλησία, τήν Ὀρθόδοξη, ἔχουμε καί ἄλλοτε γράψει στήν ἱστοσελίδα μας. Τό παρόν κείμενο, ἐπιτομή τῆς ἐπιστημονικῆς του εἰσηγήσεως στό συνέδριο «Ἐξ Ἀνατολῶν Φῶς», μεταφράσαμε ἀπό τά ἀγγλικά, ἀπό τό blog «Ὀρθοτομία».
 Ἡ ὀρθόδοξος διδασκαλία  
περί τῆς ἀκυρότητος τοῦ λατινικοῦ βαπτίσματος
καί ἡ σημασία της γιά τόν σύγχρονο θεολογικό διάλογο
 ὑπό Πάβελ Βρομπλέφσκι, Δρ. Φιλ.,
Ἐπικούρου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βροκλάου (Πολωνίας)
 Μία περίληψη τῆς ὁμιλίας πού ἐκφωνήθηκε στίς 14 Μαΐου 2015, κατά τή διάρκεια τοῦ διεθνοῦς συνεδρίου «Ἐξ ἀνατολῶν φῶς: οἱ σχέσεις μεταξύ τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως διά μέσου τῶν αἰώνων» στήν Ἰγνατιανή Ἀκαδημία τοῦ Κράκοβ, στήν Πολωνία, παρόντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ἰησουΐτου Ἀρχιεπισκόπου Κυρίλλου Βασιλείου, γραμματέως τῆς Βατικανῆς Ἐπιτροπῆς γιά τίς Ἀνατολικές Ἐκκλησίες, πρυτάνεως τοῦ Ποντιφηκικοῦ Ἀνατολικοῦ Ἰνστιτούτου καί συμβούλου τοῦ Ποντιφηκικοῦ Συμβουλίου γιά τήν Προώθηση τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος.
 Ἡ ἑνότητα τοῦ βαπτίσματος, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ἐφ. 4, 5), προκύπτει ἀπό τήν ἑνότητα τῆς πίστεως στόν ἕνα Θεό. Τό περί βαπτίσματος ἄρθρο πού ἐμπεριέχεται στό Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσης ἐπιβεβαιώνει, ὅτι ὑπάρχει οὐσιωδῶς ἕνα μοναδικό καί μή ἐπαναλαμβανόμενο Βάπτισμα στήν οὐσιωδῶς μοναδική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στίς Κατηχητικές Ὁμιλίες διδάσκει ὅτι ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πού ἐξαγίασε ὅλα τά βαπτισματικά τελετουργικά. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας στόν 91ο Κανόνα του προσθέτει ὅτι ὅλες οἱ προϋποθέσεις τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, ἀνάμεσά τους καί ἡ  τριττή κατάδυση, εἶναι μέρος τῆς ἀγράφου Παραδόσεως, πεφυλαγμένης σιωπηρῶς ἀπό τούς Πατέρες, κατέναντι ὁποιασδήποτε βεβηλώσεως.
Ἡ ὀρθόδοξος διδασκαλία γιά τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, στό βαθμό πού προσδιορίστηκε ἀπό τόν Β΄ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, συνιστᾷ τήν βάση γιά τήν μή ἀναγνώριση τῶν λατινικῶν μυστηρίων, θέμα τό ὁποῖο ἔγινε τό κύριο παράπονο ἐναντίον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου τό ἔτος 1054. Λοιπόν, κατά τόν Μεσαίωνα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐφαρμόζει στήν αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ τόν Ζ΄ Κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἔθεσε ἕνα πρότυπο γιά τούς Εὐνομιανούς, πού βάπτιζαν μέ μία μόνον κατάδυση (ἡ ἴδια πρακτική εἰσήχθη στόν δυτικό κόσμο ἀπό τήν 4η Σύνοδο τοῦ Τολέδου τό 633), νά γίνονται δεκτοί στήν Ὀρθοδοξία καθώς οἱ ἐθνικοί, δηλαδή μέσῳ Βαπτίσματος. Γράφοντας περί τῶν καινοτομιῶν τῶν Λατίνων, ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης σημείωνε ὅτι δέν ἀκολουθοῦν τήν σύμφωνη μέ τούς Κανόνες τριττή κατάδυση (βάπτισμα, “immersion”), ἀλλά μόνον ἐπίχυση (“infusion”)· ἀρνοῦνται τήν ἑνότητα Βαπτίσματος καί Χρίσματος, πρᾶγμα πού παρατηρήθηκε στήν ἀρχαιότητα μεταξύ τῶν Νοβατιανῶν· ἐπίσης, ἐξέφρασε τόν προβληματισμό του σχετικῶς μέ τήν χρήση τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς «ἐγώ σε βαπτίζω» [στούς Λατίνους], ἀντί τῆς παθητικῆς «βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ» [στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία] κατά τήν ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρᾶγμα πού κάνει θολή τήν εἰκόνα τῆς ἀληθοῦς δραστικῆς αἰτίας τοῦ Μυστηρίου.  
Αὐτή ἡ παραδοσιακή ὀρθόδοξη θέση διεκόπη ἀπό τήν πολιτική ἐξουσία, μετά τήν Ἕνωση τῆς Φλωρεντίας. Μία ὀρθή ἀποκατάσταση τοῦ προηγουμένου ἱεροκανονικοῦ «στάτους κβό» ἔγινε στά 1722 καί 1755, ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες προσδιόρισαν τό Ἅγιον Βάπτισμα ὡς ὑποχρεωτική ὁδό γιά τήν μεταστροφή στήν Ὀρθοδοξία. Αὐτή ἡ ἀπόφαση ἐπιβεβαιώθηκε μέ ἀνάθεμα ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Ε΄. Οἱ πλήρεις ἐκκλησιολογικοί καί μυστηριολογικοί λόγοι γι’ αὐτό δόθηκαν ἀπό τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη καί τόν Ἅγιο Μακάριο Κορίνθου· συνᾴδουν μέ τά Πατριαρχικά καί Συνοδικά Γράμματα τοῦ 1848 καί τοῦ 1894, μέ πολεμική πρός τούς Πάπες Πῖο 9ο καί Λέοντα 13ο, τά ὁποῖα ἀναγνωρίζουν τόν Ρωμαιοκαθολικισμό ὡς αἵρεση καί καταδικάζουν τίς καινοτομίες πού παραβιάζουν τόν ἀποστολικό τύπο τῆς τριπλῆς καταδύσεως εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Παρά ταῦτα, κατά τήν ἐξέλιξη τῆς κινήσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἤδη στόν 20ό αἰῶνα, ἡ ὀρθόδοξος πλευρά βαθμιαίως υἱοθετεῖ τίς μυστηριολογικές καί ἐκκλησιολογικές πλάνες πού ταυτίζονται μέ τήν θέση τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν. Αὐτό ἔρχεται σέ ὁλοφάνερη ἀντίθεση πρός τίς ἀποφάσεις τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς τῶν ἐτῶν 1971 καί 1983 καί πρός τά ἐπανειλημμένως ἐκδοθέντα Μηνύματα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐναντίον τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων τελετουργικῶν.
Συνεπῶς, ἡ διαμάχη σχετικῶς μέ τήν μυστηριακή ἐγκυρότητα τοῦ αἱρετικοῦ βαπτίσματος, ἀλλά ἐπίσης σχετικῶς καί μέ τό κανονιστικό τελετουργικό, ἡ ὁποία εὑρίσκεται στά θεμέλια τῆς διαιρέσεως μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσεως, μολονότι ἐπισήμως ἀποσιωπᾶται, παραμένει ἕνα ἀνοικτό πρόβλημα στόν σύγχρονο θεολογικό διάλογο. Ἐδῶ παρασιωπᾶται τό γεγονός ὅτι διά μέσου τῶν αἰώνων οἱ ἀρχές τῆς κανονικῆς «ἀκριβείας» καί «οἰκονομίας», ὡς πρός τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, συνυπάρχουν μέν ἐν τοῖς πράγμασιν, ἀλλά ἡ δεύτερη οὐδέποτε κατήργησε τήν πρώτη ὡς τό ἱεροκανονικό τελετουργικό «minimum» τῶν τριῶν καταδύσεων μέ μία μοναδική ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Εἶναι λυπηρή ἡ διαπίστωση ὅτι καί οἱ δύο πλευρές, τοῦ Βατικανοῦ καί τῶν Ὀρθοδόξων, ἀναζητοῦν ὅλο καί περισσότερο μία παρηγορία στό νά ἀπομακρύνονται ἀπό τήν αὐστηρή ἱεροκανονική πειθαρχία τῆς πρώτης χριστιανικῆς χιλιετίας, ἡ ὁποία ἀνοίγει εὐχερῆ ὁδό πρός τόν Χριστό,  ἀντικαθιστώντας την μέ συμβιβασμούς ἐναντίον τῶν Δογμάτων, ὅπου ὅμως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός δέν παρίσταται. Ὡς ἐκ τούτου, ἕνα «ἀξίωμα» σημασιολογικῆς προσαρμογῆς τῆς θεολογικῆς γλώσσης στά ἀποστολικά καί πατερικά ἱεροκανονικά πρότυπα ὡς σέ ὕπατες πηγές διδασκαλικῆς αὐθεντίας, μαζί καί ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως ὅλων τῶν διμερῶν συμφωνιῶν, ἀποτελοῦν μία ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν εἰλικρίνεια καί μακροπρόθεσμη ἀποτελεσματικότητα τοῦ διαλόγου.
Μετάφραση-ἐπιμέλεια: impantokratoros.gr

impantokratoros

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

«Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου...»



 Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος
«Ότι μας έφαγαν οι ξένοι ως γλάροι»
Μακρυγιάννης

«Ποιος το περίμενε στ’ αλήθεια
να βγουν ψευτιές και παραμύθια
και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους,
που μας τα ‘λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους.
Μα δεν πειράζει, δεν πειράζει,
δε θα το βάλουμε μαράζι
και δε θα κλάψουμε που πάλι μας ξεχάσατε,
γιατί δεν είν’ πρώτη φορά που μας τη σκάσατε
και στην υγειά σας μια οκαδούλα εμείς θα πιούμε
και στη μικρή την Ελλαδούλα μας θα πούμε:
Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λεν οι εχθροί σου.
Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις.
Σε κάθε χιονισμένη ράχη,
σαν πολεμούσαμε μονάχοι,
όλοι λαγούς με πετραχήλια μας ετάζατε
και μεσ’ στα μάτια με λατρεία μας κοιτάζατε.
Μα ξεχάστηκαν όλα εκείνα,
η Πίνδος και η Τρεμπεσίνα,
ίσως μία μέρα εμάς, που τόσο αίμα εχύσαμε,
να μας καθίσουν στο σκαμνί, γιατί νικήσαμε.
Μα φυσικό θα μας φανεί κι αυτό ακόμα
και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ’ ένα στόμα:
Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσουν
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λεν οι εχθροί σου.
Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».
Και πάλι, όπως τότε που ζούσε, η τραγουδίστρια της νίκης, η Σοφία Βέμπο, μας παρηγορεί και μας εμψυχώνει. Γιατί και σήμερα «πάλιν Ηρωδιάς, μαίνεται πάλιν ταράσσεται, πάλιν ορχείται, πάλιν επί πίνακι την κεφαλήν»... του Γένους μας «ζητεί λαβείν». Αυτή είναι η Ευρώπη, «Ηρωδιάς», και έλαβε την κεφαλή μας «επί πίνακι» (=στο πιάτο) γιατί οι δήμιοι, οι νεκροθάφτες του λαού, οι υποδηματολείκτες των ξένων, είναι εντός των συνόρων.
Έπεσαν πλέον και τα φωτοστέφανα, τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, της Αριστεράς. Ωσάν ξεραμένο φιδόδερμα εγκατέλειψε, κυριολεκτικά εν μιά.. βρυξελλική νυκτί, τις σαπουνόφουσκες περί αγώνων και θυσιών. Τόσα χρόνια τάιζε τον λαό με το γρασίδι της, δήθεν ανυπότακτης αντίστασης, του ακαταδάμαστου πρόμαχου των δικαίων του λαού και όταν ήρθε η ώρα, η μεγάλη ιστορική στιγμή, ανθοστρώνει το δρόμο, της υποτέλειας, χειρότερης της προηγούμενης «Και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης». Το ποια είναι αυτή η Αριστερά και ποιος ο γενέθλιος χώρος της, αφήνω έναν, μακαρίτη πια, αριστερό να μας το ερμηνεύσει:
«Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση από το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το ‘παιζε Πασιονάρια...
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Η σημαντικότερη συνέπεια του “έπους” του Πολυτεχνείου, είναι το γεγονός πως η ημέρα της πτώσης του, η 17 του Νοέμβρη, χάρισε το όνομά της στην οργάνωση “17 Νοέμβρη”. Επίσης, το “έπος” δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μία “ηρωίδα”, τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση από το ραδιόφωνο τωn φοιτητών των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της Συντονιστικής Επιτροπής. Πάντως, πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα ξεκινάει από κει.
Όπως και να ‘ναι, το “έπος του Πολυτεχνείου” έγινε ένα ισχυρό αντιστασιακό άλλοθι για κείνους που για εφτά χρόνια λούφαζαν, και ξαφνικά έγιναν αντιστασιακοί εν μία νυκτί, καλά προφυλαγμένοι οι περισσότεροι απ’ την πολυκέφαλη μάζα που τους περιέβαλλε πανταχόθεν. Ευτυχώς που η οίηση και ο κομπασμός για ένα έπος ελάχιστα επικό, άρχισε να ξεφουσκώνει σιγά-σιγά».
(Βας. Ραφαηλίδη, «Ιστορία –κωμικοτραγική- του Νεοελληνικού Κράτους 1830-1974», εκδ. του «Εικοστού Πρώτου»).
Τέλος πάντων. Τώρα τι γίνεται; Τα πράγματα πια έχουν ξεδιαλύνει. Τούτη την στιγμή έχουμε δύο παρατάξεις στην πατρίδα. Από την μία οι εθελόδουλοι πολιτικοί, πρώτoν οι παλαιοκομματικοί καταστροφείς, ανίκανοι και τυχοδιώκτες και, δεύτερον, οι νεοφανείς, άτολμοι «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». (Καλά λέει η παροιμία «να σε φυλάει ο Θεός από παλιό διακονιάρη και νέο άρχοντα»). Και από την άλλη ο δυστυχής λαός, εγκλωβισμένος στα δεσμά τους, τους οποίους σιχαίνεται, απεγνωσμένος, διότι δεν βλέπει ελπίδα μεταβολής. («Μεγίστη επικουρία τοις ατυχούσι ελπίς μεταβολής», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Τα δεινά της πατρίδας αυξάνονται, η φτώχεια, για το σύνολο του απλού λαού, είναι προ των πυλών. Τι θα γίνει;
«Η πενία στάσιν εμποιεί και κακουργίαν» έλεγε ο Αριστοτέλης (Πολιτικά, 1256β). Η πενία οδηγεί σε επανάσταση και «κακουργίαν». Αν φτάσουμε ως τον χειμώνα, όταν τα έξοδα πληθαίνουν, τότε δεν θα βλέπουμε αγανακτισμένους, εν πολλοίς χασομέρηδες, να διαδηλώνουν στην πλατεία Συντάγματος, αλλά οικογενειάρχες οργισμένους για όλα αυτά τα εμετικά που βιώνουν τα τελευταία χρόνια, οι οποίοι δεν θα περιοριστούν μόνο σε αερόπλαστα συνθήματα. Και αυτό λέγεται «στάσις», δηλαδή εξέγερση, επανάσταση.

Ας το καταλάβουμε. Με τα όσα υπέγραψαν τα τελευταία μνημονιακά χρόνια, με χέρια και ποδάρια, οι κομματικές… συν-μωρίες, ακυρώθηκε η Επανάσταση του ’21. Εθνική κυριαρχία, ειπώθηκε αυτό, δεν υπάρχει πια. Δηλαδή είμαστε πάλι, μετά από 195 χρόνια, υπό Κατοχή και αιχμαλωσία, σκλάβοι. Σε μία νέα Γερμανοκρατία πια. Κάποιοι «φρόνιμοι» μας λένε να κάτσουμε φρόνιμα, τα μνημόνια, η συμφορά, μας σώζουν. «Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζε την για πόρνη» έλεγε ο Ελύτης. Τα μνημόνια υποστηρίζονται, κυρίως, από τους κλεφτοκατσικάδες, αυτούς που βογγούν οι ξένες τράπεζες από τα εμβάσματά τους, τον ιδρώτα του λαού. Τους περιγράφει εξόχως ο Βάρναλης: «Πέτα την ανθρωπιά σου/κι απ’ τον αφέντη πιάσου/κι άμα σε φτύσει αυτός/να κάθεσαι σκυφτός/και θα ‘χεις τα μεγαλεία,/ στην σάπια πολιτεία». Δεν έχουν ιερό και όσιο, φτάνει μόνο να κατέχουν την εξουσία και τις απολαβές της. Είναι ντροπή μας, να κυβερνούν τον τόπο και να παρελαύνουν κάθε βράδυ από τα συνένοχα κοπροκάναλα, οι αφανιστές της πατρίδας μας. Δεν μπορούν να σώσουν τον τόπο, είναι διεφθαρμένοι μέχρι μυελού οστέων. Θέλω να γράψω κι άλλα, αλλά θα παραβώ όλο το Σύνταγμα (ή σύντριμμα), και σταματώ. Ας μην απελπιζόμαστε, αδελφοί!! Το πιο πηχτό, ψηλαφητό σκοτάδι είναι πριν ξημερώσει. Κάντε κουράγιο Έλληνες...

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Ἡ μάνα: ἐλπίδα καὶ θεμέλιο τοῦ Γένους!



Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος
Ἀπ’ οὖλα τὰ λαλούμενα καλοχτυπᾶ ἡ καμπάνα
Κι ἀπ’ οὖλα τὰ γλυκύτερα, γλυκύτερ’ εἶν’ ἡ μάνα
(δημοτικὸ)
  Στὴν ἀρχὴ τῶν ἀπομνημονευμάτων του, ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης, διηγεῖται τὸ πῶς σώθηκε ὁ ἴδιος καὶ ἡ φαμελιά του ἀπὸ τοὺς Τούρκους τοῦ Ἀλήπασα. «Γκιζεροῦσαν δεκαοχτὼ ἡμέρες εἰς τὰ δάση κι ἔτρωγαν ἀγριοβέλανα καὶ ἐγὼ βύζαινα», γράφει. Θέλησαν νὰ περάσουν ἕνα γεφύρι ποὺ τὸ «φύλαγαν οἱ Τοῦρκοι» καὶ γιὰ νὰ μὴν κλάψει ὁ νεογέννητος Μακρυγιάννης καὶ «χαθοῦνε ὅλοι», τὸν ἄφησαν στὸ δάσος. «Τότε μετανογάει ἡ μητέρα μου καὶ τοὺς λέει: «Ἡ ἁμαρτία τοῦ βρέφους θὰ μᾶς χάση», τοὺς εἶπε «περνᾶτε ἐσεῖς καὶ σύρτε εἰς τὸ τάδε μέρος καὶ σταθῆτε… τὸ παίρνω κι ἂν ἔχω τύχη καὶ δὲν κλάψη, διαβαίνουμε». Νίκησε τὸ ἀνίκητο μητρικὸ ἔνστικτο. Καί, γράφει ὁ πολύπαθος ἀγωνιστής, «ἡ μητέρα μου καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε» (ἔκδ. «Ζαχαρόπουλος», σελ. 178).

    Ἡ ὡραιότατα ἀσύντακτη τελευταία φράση τοῦ ἥρωα ἐξηγεῖ ὅτι, τὶς πρῶτες καταβολὲς τῆς στερέμνιας πίστης καὶ θεοσεβείας του τὶς ὀφείλει στὴν μάνα του ἀλλὰ καὶ ἑρμηνεύει περίτεχνα τὸ πῶς διασώθηκε τὸ Γένος μας, σὲ τοῦτο τὸ ἁλίκτυπο, γαλάζιο ἀκρωτήρι τῆς Μεσογείου, στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Οἱ μάνες καὶ ὁ Χριστὸς «μᾶς ἔσωσε». Γιατί «ἀπὸ τὴ γῆ βγαίνει νερὸ κι ἀπ’ τὴν ἐλιὰ τὸ λάδι,/ κι ἀπὸ τὴ μάνα τὴν καλὴ βγαίνει τὸ παλληκάρι», πιστοποιεῖ καὶ ὁ ἄφθαστος καὶ ἄφθιτος δημοτικός μας στίχος.
Σὲ κανενὸς ἄλλου λαοῦ τὴν δημοτικὴ ποίηση δὲν ἔχει ἡ Μάνα τὴν ἐξαιρετικὴ θέση ποὺ τῆς δίνει τὸ ἑλληνικὸ δημοτικὸ τραγούδι. Καί, ἂς τὸ προσέξουμε αὐτό, τὸ δημοτικό μας τραγούδι βλέπει τὴν γυναίκα κυρίως σὰν μάνα, ἐνῶ τὰ τραγούδια τῆς Δύσης τὴν βλέπουν κυρίως σὰν ἐρωμένη. Ὅταν ρωτήθηκε κάποιος σοφὸς ἀπὸ ἕναν γονέα σὲ ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο παιδιά του, ἕνα ἀγόρι κι ἕνα κορίτσι, πρέπει νὰ δώσει ἰδιαίτερη βαρύτητα στὴν ἀνατροφή του, ἐκεῖνος ἀβίαστα ἀπάντησε: στὴν κόρη σου. Γιατί μεγαλώνοντας σωστὰ τὸν γυιό σου, ἀνατρέφεις ἕναν σωστὸ πολίτη, ἀνατρέφοντας ὅμως σωστὰ τὴν κόρη σου, ἀνατρέφεις σωστὰ μία ὁλόκληρη γενιά. Ἡ σκέψη αὐτὴ εἶναι βαθυστόχαστη. Τὴν ψυχικὴ καὶ πνευματική του ἁρματωσιὰ δὲν τῆς προσπορίζει ἡ ἀποθησαύριση τῶν ξερῶν, πολλὲς φορές, γνώσεων τῆς σχολικῆς παιδείας, ἀλλὰ ὁ ἐφοδιασμὸς τῆς παιδικῆς ψυχῆς μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ βαθιὰ ἀνθρώπινα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχει δημιουργήσει ἡ μακραίωνη παράδοση τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ καὶ ποὺ μεταβιβάζονται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ μὲ τὸν προφορικὸ λόγο τῆς μάνας, τοῦ πρώτου καὶ ἀσύγκριτου δασκάλου τοῦ παιδιοῦ.
   Γιατί παιδεία θὰ εἰπεῖ γλώσσα. Καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι πρῶτα δουλειὰ τῆς Μάνας. Οἱ μαστοί της εἶναι τρεῖς: οἱ δύο γιὰ τὸ γάλα καὶ ὁ τρίτος τὸ στόμα της, ἡ λαλιά της, ἡ γνήσια καὶ ἄδολη πηγὴ τῆς γλώσσας. Ἀγράμματη, ἀμόρφωτη, πὲς ὅ,τι θέλεις. Εἶναι ὅμως κεφαλάρι ἀστείρευτο βαθύτατης καὶ φυσικῆς σοφίας. Στὶς λέξεις ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὰ χείλη της, μὲ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σταλαχτίτη, στὸ τρυφερὸ αὐτὶ τοῦ παιδιοῦ, γενεὲς γενεῶν ἔχουν κλείσει νόηση καὶ αἴσθημα, πείρα καὶ Ἱστορία – ὅλη τὴν οὐσία τῆς ζωῆς τους. Ἔτσι δίνει στὸ νήπιο, ποὺ τὸ κρατᾶ στὴν ἀγκαλιά της ἡ μάνα, μαζὶ μὲ τὸ γάλα καὶ τὴν πρώτη παιδεία, διαβάζουμε σὲ περισπούδαστο κείμενο τοῦ Σπ. Μελᾶ τὸ 1950 (περιοδικὸ Ἑλληνικὴ Δημιουργία, τεῦχος 48).
    Ἴσως σήμερα «τὸ γάλα» αὐτὸ τῆς Ἑλληνίδας μάνας νὰ ξίνισε, γιατί καὶ ἡ ἴδια δὲν ξεδιψᾶ ἀπὸ τὴν ἄδολη πηγὴ τῆς Παράδοσής μας, ἀλλὰ τρέφεται μὲ τὰ ἀκάθαρτα νερὰ τῆς ξενομανίας. Ἀπὸ τότε ποὺ «ἐκσυγχρονίστηκε» καὶ βάλθηκε νὰ γίνει Εὐρωπαία περιφρονώντας πρωτοτόκια τιμημένα, ὁ τρίτος μαστὸς τῆς μάνας, τῆς Ρωμιᾶς, στέρεψε! Γι’ αὐτὸ τὰ παιδιά μας πεινοῦν καὶ διψοῦν καὶ κραυγάζουν ἀπελπισμένα «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Μιὰ σύντομη περιδιάβαση στὴν Παράδοση τοῦ Γένους μας θὰ μᾶς καταδείξει, γιατί ἡ μάνα ἦταν ἡ τροφός, τὸ λιθάρι τὸ ριζιμιό του λαοῦ μας.
   Στὴν περίφημη πραγματεία τοῦ Πλουτάρχου Λακαινῶν ἀποφθέγματα (ἔκδ. «Κάκτος», σελ. 232), διαβάζουμε μεταξὺ ἄλλων σπουδαίων ἐπεισοδίων: «Ἄλλη Λάκαινα πρὸς τὸν υἱὸν λέγοντα μικρὸν ἔχειν τὸ ξίφος, εἶπε: βῆμα πρόσθες». Μιὰ Σπαρτιάτισσα ποὺ ὁ γυιὸς της ἔλεγε ὅτι ἔχει μικρὸ ξίφος, εἶπε: κάνε ἄλλο ἕνα βῆμα μπροστά». Μεγαλειώδης ἡ φράση «πρόσθες βῆμα», ἔτσι ἔφτασε ἡ Σπάρτη στὴν δόξα τῶν Θερμοπυλῶν!! Μὰ καὶ ὅταν τὸ Γένος μᾶς ἄφησε τὰ σκοτάδια τῆς εἰδωλολατρίας καὶ «ἐβαπτίσθη εἰς Χριστὸν» πάλι οἱ μάνες σηκώνουν τὸν σταυρό. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ μάνα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες, τοῦ ἁγίου Μελίτωνος.
   Στὸν Μέγα Συναξαριστὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διαβάζουμε, «διὰ χειρὸς» ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοὺς ἐνθαρρυντικούς, πρὸς τὸν λιποψυχοῦντα, ἐκ τοῦ παγετοῦ, γυιό της: «Τέκνον μου γλυκύτατον, τέκνον Πατρὸς οὐρανίου, τέκνον πολὺ τιμιώτερον τῆς μητρὸς διὰ τὴν ἐν Χριστῷ μαρτυρίαν, ὑπόμεινον ὀλίγον, ἵνα στεφανωθῇς, μὴ φοβηθῇς τὰς βασάνους, ἰδοὺ ὁ Χριστὸς στέκεται ἀοράτως, ἵνα λάβῆ τὴν ἁγίαν σου ψυχήν, μίαν ὥραν εἶναι ὁ πόνος καὶ κατόπιν μεταβαίνεις εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ…». Καὶ σημειώνει μὲ θαυμασμὸ ὁ Ἅγιος: «Ὢ τῆς εὐγενεστάτης ψυχῆς! Ὢ τῆς εὐλογημένης γυναικός! Ποῦ εἶναι μερικαὶ γυναῖκες ὅπου κάλλιον ἔχουν νὰ ἀσεβήσῃ ὁ υἱὸς των πρὸς τὴν Χριστιανωσύνην καὶ νὰ γίνῃ ἀσεβὴς καὶ τὸν ἀγαπῶσι καὶ τὸν ἔχουσι διὰ καύχημά των, ἐὰν δὲ γίνῃ καλόγηρος τὸν μισοῦν… Ποῦ νὰ εὕρῃς σήμερον τοιαύτην γυναίκα μεγαλόψυχον;». Καὶ ὅταν οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἡγεμόνος φόρτωσαν τὰ λείψανα τῶν 39 Ἁγίων γιὰ νὰ τὰ κάψουν, πάλι ἡ ἡρωικὴ μάνα, σήκωσε στοὺς ὤμους της τὸν μονογενῆ γυιό της ἀκολουθώντας τὶς ἅμαξες. Στοὺς ὤμους της ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος καὶ «ἐστεφανώθη παρὰ Χριστοῦ». Τέτοιοι ὦμοι μανάδων στάθηκαν ὁ Σίμων ὁ Κυρηναῖος τοῦ Γένους!!
  Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὶς ἅγιες μητέρες τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τὴν Ἐμμέλεια, τὴν Νόννα καὶ τὴν Ἀνθοῦσα, οἱ ὁποῖες ἀνάγκασαν τὸν περίφημο ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο ν’ ἀναφωνήσει: «Βαβαί, οἷαι παρὰ Χριστιανοῖς γυναῖκές εἰσιν»!! Γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν ἀείχλωρο λόγο τοῦ σύγχρονου ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη: «Ἡ εὐλάβεια τῆς μητέρας ἔχει μεγάλη σημασία. Ἂν ἡ μητέρα ἔχη ταπείνωση, φόβο Θεοῦ, τὰ πράγματα μέσα στὸ σπίτι πᾶνε κανονικά. Γνωρίζω νέες μητέρες ποὺ λάμπει τὸ πρόσωπό τους, ἂν καὶ δὲν ἔχουν ἀπὸ πουθενὰ βοήθεια. Ἀπὸ τὰ παιδιὰ καταλαβαίνω σὲ τί κατάσταση βρίσκονται οἱ μητέρες» (Λόγοι Δ´, Οἰκογενειακὴ ζωή, σελ. 90).
    Ἀναρωτιοῦνται κάποιοι πῶς ἐπέζησε 1000 χρόνια ἡ αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως, τὸ λεγόμενο Βυζάντιο. Οἱ μάνες, οἱ ἀφανεῖς σημαῖες τοῦ Γένους, κρύβονται ἀπὸ πίσω! Ἐνδεικτικὸ τὸ γεγεονὸς ὅτι 9 αὐτοκράτειρες καὶ μάνες ἁγίασαν! Ἡ ἁγία Ἑλένη ἡ ἰσαπόστολους, ἡ ἁγία Πουλχερία, σύζυγος τοῦ ἐπίσης ἁγίου αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ. Ἡ Θεοφανώ, σύζυγος τοῦ Λέοντος ϛ´ τοῦ Σοφοῦ, ἡ ἁγία Θεοδώρα ἡ ἀναστηλώσασα τὶς εἰκόνες. Ἡ ἁγία Εἰρήνη, ἡ θαυματουργός, σύζυγος τοῦ Μανουὴλ Κομνηνοῦ καὶ μητέρα τοῦ Ἰωάννη, ποὺ ὁ λαὸς τὸν ἀποκαλοῦσε Καλοϊωάννη, γιὰ τὶς ἀγαθοεργίες καὶ τὴν φιλανθρωπία του, μὲ τὰ ὁποία τὸν κόσμησε ἡ μητέρα του. Ἡ ἁγία Ὑπομονή, μάνα τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ἡ πολύπαις καὶ καλλίπαις, πολύτεκνη μάνα αὐτοκρατόρων.
Καὶ σήμερα ἡ πολύτεκνη μάνα εἶναι τὸ θεμέλιο τοῦ ἔθνους! Δίπλα στὸ μνημεῖο τοῦ Ἀγνώστου Στρατιώτη, πρέπει νὰ στήσουμε καὶ τὸ μνημεῖο τῆς ἄγνωστης Ἑλληνίδας πολύτεκνης μάνας, ἔλεγε ὁ λογοτέχνης Γ. Θεοτοκᾶς. Ἀπὸ τέτοιες μάνες βγῆκαν καὶ οἱ Νεομάρτυρες, τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας (καὶ Φραγκοκρατίας). Ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ὑδραῖος, ὅταν ἀλλαξοπίστησε, πῆγε μὲ σαρίκια καὶ τούρκικα φέσια στὴν μάνα του. «Ἐγὼ δὲν ἔχω γυιό», τοῦ λέει, «φύγε»! Φεύγοντας ὁ Ἅγιος σκύβει καὶ πίνει νερὸ μὲ τὸ πήλινο τάσι ποὺ εἶχαν στὴν αὐλή τους. Ἀκούει πίσω του τὴν μάνα του, ποὺ τὸ ἔκανε κομμάτια. Κομμάτια ἔγινε καὶ ἡ καρδιά του, βρῆκε τὸν ἑαυτό του καὶ μαρτύρησε καὶ ἁγίασε καὶ θαυματουργεῖ.
    Στὸ βιβλίο τοῦ Κ. Σιμόπουλου Ξένοι περιηγητὲς στὴν Ἑλλάδα (τ. Δ´, σελ. 287), διαβάζουμε τὸ ἐπεισόδιο ποὺ διασώζει ἕνας Γάλλος περιηγητὴς ὀνόματι Davesle: Μῆλος 1η Φεβρουαρίου 1828. Τὴν ὥρα, ποὺ ξεκουραζόμασταν ἀπ’ τὸ ἀνέβασμά μας στὸ Κάστρο τῆς Μήλου, εἴδαμε νὰ πλησιάζει πρὸς τὸ μέρος μας μία γυναίκα, ποὺ κρατοῦσε στό ᾽να χέρι ἕνα σταμνὶ καὶ στ’ ἄλλο ἕνα κοριτσάκι, ἐνῶ ἕνα ἄλλο κοριτσάκι ἔτρεχε γύρω της. Στὸν ὦμο της κρατοῦσε κάτι, ποὺ ὅταν μᾶς πλησίασε, εἴδαμε, ὅτι ἦταν ἕνα τρίτο παιδί, καλὰ φασκιωμένο. Τῆς ἐζήτησα νὰ μοῦ δώσει λίγο νερό. Σήκωσε τὸ σταμνί της καὶ μοῦ ᾽γνέψε νὰ πιῶ. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ σύντροφός μου, ποὺ μιλοῦσε ἄριστα τὰ νέα ἑλληνικά, εἶχε ἀρχίσει νὰ παίζει μὲ τὸ μεγαλύτερο ἀπ’ τὰ κοριτσάκια. Ἔτσι ἀναπτύχθηκε μεταξύ μας μία οἰκειότητα […] Τὴ ρώτησα γιὰ τὴ ζωή τους. Μοῦ εἶπε ὅτι ὁ ἄντρας της ἦταν ἄλλοτε εὔπορος γεωργός, εἶχαν σπίτι καλό, ἕνα μεγάλο χωράφι κι ἕνα περιβόλι καὶ κατόρθωνε νὰ ζοῦν πολὺ καλά. Ὡστόσο δὲ δίστασε νὰ τὰ ἐγκαταλείψει ὅλα καὶ νὰ τρέξει κοντὰ στοὺς συμπατριῶτες του, μόλις ἄρχισε ὁ πόλεμος τῆς ἀνεξαρτησίας. Οἱ Τοῦρκοι γιὰ ἀντίποινα, ὅταν πέρασαν ἀπ’ τὸ νησί, ἔκαψαν τὸ σπίτι καὶ ρήμαξαν τὰ κτήματα. Τώρα ζοῦν πολὺ φτωχὰ καὶ πρέπει νὰ ξαναπεράσουν χρόνια, γιὰ νὰ καλυτερέψει ἡ ζωή τους. Τὴ ρώτησα, γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσω, ἂν βλέποντας τὴ φτώχεια, μέσα στὴν ὁποία μεγάλωναν τὰ παιδιά της, δὲ νοσταλγοῦσε τὶς χωρὶς στενοχώριες ἡμέρες, ποὺ περνοῦσαν τὸν καιρὸ τῆς τουρκικῆς κατοχῆς. Δὲν περίμενα ποτέ, ὅτι τὰ λόγιά μου θά ᾽φερναν τέτοιο ἀποτέλεσμα: Ἡ Ἑλληνίδα τῆς Μήλου σηκώθηκε ἀπότομα, ἅρπαξε στὰ χέρια της τὸ φασκιωμένο μωρό, καὶ ρίχνοντάς μου ἕνα βλέμμα γεμάτο μίσος καὶ περιφρόνηση, εἶπε: «Νὰ ποθοῦμε τὴν ἐποχὴ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι, στὸ ἔλεος ἑνὸς βάρβαρου, ποὺ μποροῦσε νὰ μᾶς ἁρπάξει τοὺς ἄντρες μας, τ’ ἀδέλφια μας, τὰ παιδιά μας, ἐμᾶς τὶς ἴδιες; Ὄχι! Χίλιες φορὲς καλύτερα νὰ ζῶ μὲ ψωμὶ κι ἐλιὲς καὶ νὰ νιώθω πὼς εἶμαι λεύτερη καὶ μάνα ἐλεύθερων παιδιῶν»!!
   Τὸ ’21 ἡ μάνα ἀφήνει τὴ λάτρα τοῦ σπιτιοῦ καὶ τὸ μεγάλωμα τῶν παιδιῶν καὶ ζώνεται τ’ ἅρματα. «Ἡ Δέσπω κάνει πόλεμο/μὲ νύφες καὶ μ’ ἀγγόνια». Μιὰ μόνο περίπτωση ἀπὸ τὶς χιλιάδες ἀνώνυμες καὶ «ἐπώνυμες» ἡρωίδες τῆς Ἐπαναστάσεως θὰ ἀναφέρουμε. Τὴν περίφημη Καρατάσαινα, γυναίκα καὶ μάνα ἡρώων. Συνελήφθη, κατὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Νάουσας, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1822 καὶ ὁδηγήθηκε, μαζὶ μὲ πλῆθος αἰχμάλωτα γυναικόπαιδα στὴν Θεσσαλονίκη. Πιέστηκε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἀρνήθηκε. «Γι’ αὐτό», γράφει ὁ αὐτόπτης Γάλλος Pouqueville (Πουκεβὶλ) στὴν ἱστορία του «ἐβύθισαν ἐντὸς σάκκου, τὸν ὁποῖον εἶχαν γεμίσει μὲ ὄφεις, τὴν σύζυγο τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Καρατάσου. Ὁ Ἀβδοὺλ Λουμποὺτ ἤλπιζεν ὅτι ὁ θάνατός της, θὰ ἐπήρχετο κατόπιν φρικτῶν πόνων καὶ βασάνων. Ἀλλὰ αἱ πληγαὶ πλήθους ἐχιδνῶν ἔχυσαν τόσον δηλητήριον εἰς τὰς φλέβας τῆς μάρτυρος, ὥστε περιέπεσεν εἰς λήθαργον καὶ ἀπέθανεν ἀνωδύνως, λυτρωθεῖσα οὕτω τῶν δημίων της, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δὲν ἔπαυσεν νὰ προσεύχεται θερμῶς, ἐπικαλουμένη τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας. Οὕτως ἀπέθνησκον αἱ χριστιαναὶ γυναῖκες»(Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, σελ. 633).
    Καὶ σ’ ὅλους τοὺς μετέπειτα ἐθνικοὺς ἀγῶνες ἡ Ἑλληνίδα μάνα στέκεται ἀκλόνητη καὶ ἀνδρεία, γαλουχώντας τὰ παιδιά της μὲ τ’ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα. Καὶ πάντα ἔστρεφε τὸ βλέμμα της στὴν Θεομάνα μας, τὴν Παναγία:
Ὢ Παναγιά μου Δέσποινα καὶ τοῦ Χριστοῦ μητέρα
σὲ σένα παραδίνομαι, νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα.
Νανούριζε, δηλαδὴ προσευχόταν, τὰ βλαστάρια της νὰ γίνουν καμάρι τοῦ Γένους.
Καὶ ἡ τωρινὴ Ρωμιὰ μάνα, ἂς τινάξει ἀπὸ πάνω της, τὴν βρώμικη σκόνη τοῦ δῆθεν ἐξευρωπαϊσμοῦ της, καὶ νὰ στρέψει τὸ βλέμμα της πίσω γιὰ νὰ δεῖς ποιὲς καὶ τί λογῆς μανάδες ἀνέσταιναν παιδιά, ποὺ ἔγραφαν μὲ τὸ αἷμα τους πῶς τοῦτος ὁ τόπος εἶναι ἠρωοτόκος καὶ ἁγιοτόκος!!
  Νὰ κλείσουμε μ’ αὐτὸ ποὺ διηγεῖται ὁ Γερμανὸς συγγραφέας Ἔρχαντ Κέστνερ καὶ τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ καὶ στὰ ἐξ Εὐρώπης θρασίμια ποὺ μᾶς συκοφαντοῦν ἀλλὰ καὶ στὶς ἡμέτερες «ἀνθρωποκάμπιες» (Κόντογλου) ποὺ χλευάζουν τὸν λαὸ γιὰ τὴν εὐσέβειά του –ὅ,τι τουλάχιστον ἀπέμεινε ἀπ’ αὐτήν, ὅπως αὐτὸ φάνηκε μὲ τὴν προσκύνηση ἱερῶν λειψάνων:
« …Τὸ 1952 ἐπῆγα γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Ἀθήνα μετὰ τὸν Πόλεμο τοῦ 1941-44, στὸν ὁποῖο συμμετεῖχα, μάλιστα στὴν Κρήτη. Ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία, ὅταν ἄκουσε πὼς εἶχε πρόθεση νὰ πάω στὴν Κρήτη, μοῦ συνέστησε νὰ λέγω ὅτι εἶμαι Ἐλβετός, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ νωρὶς ἀκόμα καὶ οἱ πληγὲς ἀπὸ τὴν Γερμανικὴ Κατοχὴ ἦσαν ἀνεπούλωτες. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὺς ἤξερα τοὺς Κρῆτες. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ εἶπα πὼς ἤμουν Γερμανός. Καὶ ὄχι μόνο δὲν κακόπαθα, ἀλλὰ ξανάζησα παντοῦ, ὅπου ἐπέρασα, τὴ θρυλικὴ κρητικὴ φιλοξενία!
Ἕνα σούρουπο ὅμως, καθὼς ὁ ἥλιος ἐβασίλευε, ἐπῆγα καὶ στὸ Γερμανικὸ Νεκτροταφεῖο. Ἐκεῖ ὑπῆρχε καὶ μία μαυροφορεμένη γυναίκα. Μὲ μεγάλη μου ἔκπληξη τὴν εἶδα ν’ ἀνάβει κεριὰ στοὺς τάφους τῶν Γερμανῶν νεκρῶν τοῦ Πολέμου καὶ νὰ πηγαίνει μεθοδικὰ ἀπὸ μνῆμα σὲ μνῆμα. Τὴν ἐπλησίασα καὶ τὴν ἐρώτησα:
-Εἶσθε ἀπὸ ἐδῶ;
-Μάλιστα, μοῦ ἀπάντησε.
-Καὶ τότε γιατί τὸ κάνετε αὐτό; Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σκότωσαν τοὺς Κρητικούς.
-Παιδί μου, ἀπὸ τὴν προφορά σου φαίνεσαι ξένος καὶ δὲν θὰ γνωρίζεις τί συνέβη ἐδῶ στὰ ’41 μὲ ’44. Ὁ ἄντρας μου σκοτώθηκε στὴ Μάχη τῆς Κρήτης κι ἔμεινα μὲ τὸν μονάκριβο γυιό μου. Ἀλλὰ μοῦ τὸν πῆραν οἱ Γερμανοὶ ὅμηρο στὰ 1943 καὶ πέθανε σὲ στρατόπεδο συγκέντρωσης στὸ Σαξενχάουζεν. Δὲν ξέρω ἂν εἶναι θαμμένο καὶ ποῦ τὸ παιδί μου. Ξέρω ὅμως πὼς καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἐδῶ οἱ νεκροὶ Γερμανοὶ ἦσαν παιδιὰ κάποιων μανάδων σὰν κι ἐμένα. Καὶ ἀνάβω κεριὰ στὴ μνήμη τους, ἐπειδὴ οἱ μάνες τους δὲν μποροῦν νὰ ἔλθουν ἐδῶ κάτω. Σίγουρα μιὰ ἄλλη μάνα θὰ ἀνάβει τὸ καντήλι στὴ μνήμη τοῦ γυιοῦ μου…
Καὶ ὁ Γερμανὸς κατέληξε μὲ τὰ λόγια του ὑποτίτλου τῆς ἱστορικῆς του διηγήσεως:
Μόνο στὴν Ἑλλάδα θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ ἡ ἀπάντηση αὐτή

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Άγιος Παΐσιος και Οικουμενισμός

Πρωτοπρεσβύτερος  Ἀναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος
Στήν ἐποχή μας, ἐποχή συγχύσεως καί πνευματικῆς ἀφασίας, ἡ ζωή τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων εἴθε νά ἀποτελέσει ὁδοδείκτη τῆς δικῆς μας ἐν Χριστῷ πολιτείας.
Ταῖς τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός Παϊσίου πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς.  Ἀμήν.

aktines.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Ένας τραγικός άνθρωπος: Καίει την Ελλάδα για να… αλλάξει την Ευρώπη!

Γράφει ο Γιώργος Μαλούχος

Με τις συνθήκες να γίνονται ώρα με την ώρα όλο και πιο ασφυκτικές για την Ελλάδα, ο πρωθυπουργός μίλησε χθες το απόγευμα επί δέκα λεπτά απευθυνόμενος στον ελληνικό λαό, επιχειρώντας να εξηγήσει την πολιτική του.

Στην ομιλία αυτή τουλάχιστον ο μισός χρόνος αφιερώθηκε στην Ευρώπη και στις πολιτικές της, στο τι σημαίνει να είναι κανείς ευρωπαίος και τι δεν σημαίνει, στο που πάει η Γηραιά Ηπειρος και που δεν πάει.

Είναι δικαίωμα του πρωθυπουργού να θέλει να αλλάξει την Ευρώπη. Δεν είναι δικαίωμά του να χρησιμοποιεί γι αυτό το σκοπό την Ελλάδα. Αν θέλει, ας ξεκινήσει την επανάσταση αλλιώς, όχι έτσι. Δεν εξελέγη γι αυτό. Αντίθετα, δουλειά του είναι να σώσει πρώτα την Ελλάδα. Όχι να την κάνει προσάναμα σε μια φωτιά που, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να ανάψει…

Δυστυχώς, όμως, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, καθίσταται όλο και πιο βέβαιο, ότι θα αποτύχει και στα δύο. Γι αυτό άλλωστε και ακόμα και ο αρχηγός των φίλων του Ισπανών Ποντέμος έσπευσε χθες να πει ότι ο ίδιος δεν θα έθετε ποτέ σε κίνδυνο την Ισπανία. Τα είπε όλα…

Η εμμονή με το στόχο αλλαγής της Ευρώπης μέσα από την Ελλάδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κωμικός μικρομεγαλισμός, ο οποίος, δυστυχώς, όταν επιχειρείται την ώρα που διαλύεται η Ελλάδα, καθίσταται από κωμικός τραγικός.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει την Ευρώπη και δεν θα την αλλάξει. Αυτό δεν έγινε ποτέ, δεν μπορεί να γίνει ούτε τώρα και δεν θα γίνει ποτέ. Το γιατί είναι τόσο προφανές που είναι περιττό και να το αναλύσει κανείς. Το να πιστεύει κάποιος τέτοιου είδους πράγματα, σημαίνει απλώς ότι δεν συνειδητοποιεί στοιχειωδώς την πραγματικότητα.

Η Ευρώπη βαδίζει όπως βαδίζει υπό τη γερμανική ηγεμονία, τα χαρακτηριστικά της οποίας ο επαναστάτης Τσίπρας προφανώς ούτε καν έχει καταφέρει ή θελήσει να διακρίνει. Γιατί ούτε καν τόλμησε να ψελλίσει τη λέξη Γερμανία στα όσα είπε χθες. Αντίθετα, δεν ήταν λίγες οι φορές κατά τις οποίες τους τελευταίους μήνες χαριεντίστηκε με την Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ και στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες. Τότε, δεν της είπε φυσικά τίποτα για όλα αυτά. Τώρα τα λέει, στους Ελληνες τους οποίους έχει ξαφνικά οδηγήσει στο αδιέξοδο χωρίς σχέδιο και χωρίς προετοιμασία. Που τους εγγυάται τα χρήματά τους, καταθέσεις, μισθούς και συντάξεις, αλλά δεν λέει το πώς τα εγγυάται. Όπως δεν είχε πει – το είχε αντιθέτως πολλάκις αποκλείσει – ότι θα έφταναν ως εδώ. Και που τους οδηγεί σε ένα βαθύτατα διχαστικό δημοψήφισμα, για αποφάσεις που δεν τολμά ο ίδιος να λάβει, ενώ έχει τόσο πρόσφατη και τόσο ισχυρή πλειοψηφία. Και που, τέλος, τους… διαβεβαιώνει ότι όλα όσα λένε αυτή την ώρα όχι οι Γερμανοί αλλά τόσοι και τόσοι ευρωπαίοι ηγέτες για την ουσία του δημοψηφίσματος, είναι δήθεν μπλόφα, ενώ ο ίδιος ξέρει την αλήθεια…

Όταν ένας πρωθυπουργός δεν συνειδητοποιεί στοιχειωδώς την πραγματικότητα και μάλιστα σε τέτοιες συνθήκες, είναι αυτόματα επικίνδυνος. Όχι φυσικά για την Ευρώπη και για την πορεία της, καλή ή κακή, αλλά για τον τόπο του και τον λαό του.

Αν ο κ. Τσίπρας έχει πράγματι στο μυαλό του ότι θα αλλάξει εκείνος την Ευρώπη και δρα με αυτό το σκοπό όπως φάνηκε καθαρά χθες από τα λόγια του είναι πλέον ένας τραγικός άνθρωπος που καίει την Ελλάδα για να αλλάξει την Ευρώπη.

Και πρέπει να κάνει μια μεγάλη χάρη και στον εαυτό του και στην Ελλάδα: να φύγει χθες.

Γιατί αύριο, θα είναι πια πολύ αργά: η Ευρώπη, αυτή που διευθύνουν οι Γερμανοί, δυστυχώς ή ευτυχώς, θα είναι εκεί. Η Ελλάδα όχι…



 kostasxan

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )