.

.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Επιστράτευσις της Μεταπατερικής αιρέσεως προς στήριξιν του "πρωτείου" του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως


ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΙΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ  ΠΡΟΣ ΣΤΗΡΙΞΙΝ ΤΟΥ «ΠΡΩΤΕΙΟΥ» ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ  (ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΒΥΔΟΥ κ. ΚΥΡΙΛΛΟΥ)
Γράφει ὁ πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος,
ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Εισαγωγή
Εσχάτως οι οικουμενιστές έχουν αποδοθεί σε μία κοπιώδη και εναγώνια προσπάθεια προβολής του επαισχύντου και αντορθοδόξου εξ επόψεως Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας ‘Κειμένου της Ραβέννας’, που συνέταξε η Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών το 2007, με σκοπό να περάσουν την εντύπωση στους θεολογικώς αδαείς ότι είναι το καταλληλότερο κείμενο, βάσει του οποίου θα πρέπει να συνεχισθεί η προσπάθεια της ψευδοενώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τόν αιρεσιάρχη Πάπα της Ρώμης. Έχουμε ήδη τονίσει σε παλαιότερο κείμενό μας[1] ότι το ‘Κείμενο της Ραβέννας’ είναι καρπός της αιρετικής θεωρίας περί ‘ευχαριστιακής εκκλησιολογίας’, η οποία είναι εφεύρημα των μακαριστού Νικολάου Αφανάσιεφ και Σεβ. Μητρ. Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα


Είχαμε αναφέρει εκεί ότι η συμβολή του Σεβ. κ. Ιωάννου έγκειται στο γεγονός ότι έρχεται σε μια κρίσιμη καμπή, αμέσως μετά την αποδοχή της αιρετικής θεωρίας περί ‘ευχαριστιακής εκκλησιολογίας’ από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, να ολοκληρώσει αυτό, που ξεκίνησε ο Afanassieff, προς την κατεύθυνση, που επιθυμεί το Βατικανό. Δηλαδή στο κενό, που άφησε η θεωρία του Afanassieff και αφορούσε το (παγκόσμιο) πρωτείο του Πάπα, την εργολαβική διεκπεραίωση του οποίου ανέλαβε προθύμως (οποία έκπληξη!) ένας ‘Ορθόδοξος’ Επίσκοπος! Κι αυτό φαίνεται ιδιαιτέρως στο περίφημο Κείμενο της Ραβέννας (2007), το οποίο μπορεί να έχει ως βάση του τη θεωρία του Afanassieff, η τελική διαμόρφωσή του, όμως, οφείλεται στον άγιο Περγάμου, που, με τη σειρά του, με μια ‘έξοχη’ μεταπατερική, ή μάλλον μετα-αποστολική μαεστρία και με ένα εντελώς αυθαίρετο τρόπο, μεταβάλλει τη διάταξη του 34ου Αποστολικού Κανόνα, που κάνει λόγο για «πρώτο τη τάξει σε επαρχιακό (τοπικό) επίπεδο», και την επεκτείνει σε διοίκηση «παγκοσμίου επιπέδου»[2]!
Για το ‘Κείμενο της Ραβέννας’ από ετών έχει γραφεί σοβαροτάτη, επιστημονική και ορθόδοξη θεολογική κριτική, η οποία στην κυριολεξία κονιορτοποιεί και συντρίβει τα επιχειρήματα του κειμένου, τόσο από τον Προηγούμενο της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους παν. αρχιμ. Γεώργιο Καψάνη[3], όσο και από τον ελλογιμώτατο καθηγητή της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη[4]. Πρόσφατη ορθοδοξότατη αντίδραση εναντίον του ‘Κειμένου του Ραβέννας’ υπήρξε και από το Πατριαρχείο της Μόσχας, του οποίου η Ιερά Σύνοδος, κατά τη συνεδρία της 25-26 Δεκεμβρίου 2013 (Πρακτικά № 157), υιοθέτησε κείμενο, με το οποίο δεν απεδέχεται το μέρος εκείνο του κειμένου, όπου γίνεται λόγος περί συνοδικότητας και πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εντός της Εκκλησίας[5].
Από την πλευρά των υποστηρικτών του ‘Κειμένου της Ραβέννας’ έχει ήδη εκφραστεί δημόσια με κείμενό του εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Σεβ. Μητρ. Προύσης κ. Ελπιδοφόρος[6]. Στους υποστηρικτές του ‘Κειμένου της Ραβέννας’ ήλθε να προστεθεί μόλις πρόσφατα και ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αβύδου κ. Κύριλλος με εκτενέστατο κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο ‘Amen’ στις 4-5-2014, υπό τον τίτλο ‘Τo κείμενο της Ραβέννας και η θέση του Πατριαρχείου Μόσχας για το Πρωτείο’[7], επί του οποίου θα επιθυμούσαμε να καταθέσουμε κατωτέρω τις κριτικές παρατηρήσεις μας.  
Κατ’ αρχήν θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το κείμενο του Θεοφιλεστάτου είναι έμφορτο από το παναιρετικό οικουμενιστικό μεταπατερικό και μετασυνοδικό πνεύμα, διότι, όπως προκύπτει από το κείμενο, α) αναγνωρίζει την αιρετική θρησκευτική παρασυναγωγή του παπισμού ως «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία», ερχόμενος βεβαίως σε πλήρη αντίθεση και καταφρονώντας επιδεικτικά την διαχρονικού κύρους Αγιοπατερική, Συνοδική και Ιεροκανονική Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία ομοφώνως ο παπισμός δεν είναι εκκλησία, αλλά αίρεση, β) ἐπικροτεῖ τις οικουμενιστικές εγκυκλίους τοῦ 1902 καί τοῦ 1920 του Οἰκουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίες έδωσαν σημαντική ὤθηση στή δημιουργία τῆς παναιρετικής ψευδοοἰκουμενικῆς κινήσεως και τα οποία αποτελούν τις απαρχές της παναιρέσεως του οικουμενισμού, αποκαλώντας τες «σοβαρές διορθόδοξες καί διαχριστιανικές πρωτοβουλίες» και εκφράζοντας, με τον τρόπο αυτό, την στήριξη και την αφοσίωσή του στον καταστατικό χάρτη της παναιρέσεως του οικουμενισμού, γ) υπερμαχεί της παρανόμου και αντικανονικής άρσεως των αναθεμάτων του 1965, την οποία χαρακτηρίζει ως «τό σημαντικότερο ἐκκλησιαστικό γεγονός τοῦ κ´ αἰώνα» και δ) υποστηρίζει τον σύγχρονο, ατέρμονα, άκαρπο, και αποτυχόντα οἰκουμενιστικό διάλογο.
Μεταπατερική επίθεση εναντίον του μεγάλου και απλανούς φωστήρος και διδασκάλου της Εκκλησίας, αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Στην προσπάθειά του ο Θεοφιλέστατος να υποστηρίξει την υπεροχή και το πρωτείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι των υπολοίπων πατριαρχείων, ισχυρίζεται ότι : «Ὅταν τό κείμενο τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀρνεῖται τήν ὕπαρξη Πρώτου σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο ἤ δέχεται –κατ᾽ ἄλλη ἔκφραση– ἕνα Πρωτεῖο κενοῦ περιεχομένου, οὐσιαστικά τότε ἀρνεῖται τό περιεχόμενο τῶν ἱερῶν κανόνων πού ἀποδίδουν σέ συγκεκριμένους θρόνους τό «Πρεσβεῖον», ἀποδίδουν ἴσα Πρεσβεῖα στούς θρόνους Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, τούς αποδίδουν εξαιρετικά προνόμια. Ἀρνεῖται  τήν κανονική παράδοση δύο χιλιετιῶν. Κατ᾽ ἀρχήν θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἐκ νέου ὅτι τά Πρεσβεῖα ἀφοροῦσαν συγκεκριμένους τόπους, συγκεκριμένους ἐκκλησιαστικούς θρόνους καί ὄχι πρόσωπα, δηλ. τό θρόνο τῆς Ρώμης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἀλεξάνδρειας, τῆς Ἀντιόχειας καί τῶν Ἱεροσο-λύμων. Εἶναι δέ λίαν σαφές ἐκ τῶν ἱερῶν κανόνων ὅτι αὐτοί ὄχι μόνο ὁρίζουν τήν τάξη προκαθερδίας τους, ἀλλά καί ὅτι μεταξύ τους δέν ἔχουν ἴσα Πρεσβεῖα τιμῆς, δεδομένου ὅτι ἴσα Πρεσβεῖα τιμῆς μέ τή Ρώμη εἶχε μόνο ἡ Κωνσταντινούπολις καί ὄχι οἱ ἄλλοι πατριαρχικοί θρόνοι τῆς Ἀνατολῆς. Αὐτό προκύπτει κατ᾽ ἀρχήν ἀβίαστα καί ἀπό τήν ἑρμηνεία τῶν βυζαντινῶν κανονολόγων. Ὁ μέν Ζωναρᾶς στό μνημονευθέν ἑρμηνευτικό του σχόλιο στό γ´ κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου[153] ἐπισημαίνει: «...τόν δέ μακαριώτατον ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως Νέα Ρώμης, δευτέραν τάξιν ἐπέχειν μετά τόν ἀποστολικόν θρόνον τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης· τῶν δέ ἄλλων πάντων προτιμᾶσθαι. Ἐντεῦθεν οὖν ἐναργῶς δείκνυται ἡ μετά, πρόθεσις, ὑποβιβασμόν δηλοῦσα καί ἐλάττωσιν...Ἡ γοῦν τοῦ μετά ἐξήγησις, ἡ λέγουσα τοῦ χρόνου δηλωτικήν εἶναι τήν πρόθεσιν, καί οὐχ ὑποβιβασμοῦ, βεβιασμένη ἐστί, καί διανοίας οὐκ εὐθείας, οὐδ᾽ ἀγαθῆς». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι κατά τό Ζωναρά εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἑρμηνεία τῆς προθέσεως μετά ὡς δηλούσης ἁπλᾶ καί μόνο χρονική προτεραιότητα τῆς Ρώμης ὡς πρός τήν ἀπονομή τῶν πρεσβείων καί ὄχι «ἐλάττωσιν» καί «ὑποβιβασμόν» τῶν ἄλλων πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς σέ σχέση μέ τό θρόνο τῆς Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπέναντι στή Ρώμη. Τό ἴδιο συνάγεται καί ἀπό τήν ἐπίσης μνημονευθεῖσα ἑρμηνεία τοῦ Βαλσαμώνα[154] στόν ἴδιο κανόνα: «...Τούτων δέ οὕτω διορισθέντων, τινές τήν, μετά, πρόθεσιν οὐχ ὑποβιβασμόν τῆς τιμῆς νενοήκασιν, ἀλλ᾽ ἐξελάβοντο αὐτήν εἰς τό μετάχρονον μόνον...». Κατά συνέπεια ἡ δευτέρα θέσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως δέν ὀφείλετο μόνο στή χρονική προτεραιότητα τῆς Ρώμης, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἀριστηνός[155], ἀλλά στήν οὐσιαστικά δεύτερη θέση καί ἀξία της ὡς πρός τήν τιμή ἀπέναντι στή Ρώμη. Ἡ χρονική προτεραιότητα ἐξ ἄλλου δέν ἐξηγεῖ τή δευτέρα θέση τοῦ θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προηγουμένου τῶν ἄλλων θρόνων τῆς Ἀνατολῆς, στούς ὁποίους εἶχαν προγενέστερα ἤδη δοθεῖ Πρεσβεῖα Τιμῆς ἀπό τήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο». Και αλλού : «Ἐνῶ λοιπόν οἱ ἱεροί κανόνες ἀπέδωσαν Πρεσβεῖα σέ συγκεκριμένους ἐκκλησιαστικούς θρόνους πού ἔγιναν στή συνέχεια Πατριαρχεῖα μέ ἀπόδοση ἴσων πρεσβείων στήν Κωνσταντινούπολη γιά τήν Ἀνατολή καί στή Ρώμη γιά τή Δύση, μέ «ἐλάττωσιν» καί «ὑποβιβασμόν» ὅμως τῆς τιμῆς γιά τά ἄλλα πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς, δεδομένων καί τῶν προνομίων πού δόθηκαν διά τῶν κανόνων θ´ καί ιζ´ τῆς Χαλκηδόνας στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως[178], δέν συνέδεσαν τά συγκεκριμένα αὐτά Πρεσβεῖα μέ τόν τρόπο ἐκλογῆς τῶν φορέων τους, δηλ. τῶν πέντε Πατριαρχῶν». Και παραθέτει την υποσημείωση 178 σύμφωνα με την οποία, «Κατά συνέπεια δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἡ ἑρμηνεία τοῦ Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου γιά ἰσότητα τιμῆς καί τάξεως ὅλων τῶν πατριαρχικῶν θρόνων».
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Θεοφιλέστατος αρνείται και δεν αποδέχεται την ερμηνεία του Μεγάλου και απλανούς φωστήρος και διδασκάλου αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου περί ισότητος τιμής και τάξεως όλων των πατριαρχικών θρόνων.. Μεταπατερικώς συμπεριφερόμενος ο Θεοφιλέστατος, αρνείται την θεόπνευστη και θεοφώτιστη ερμηνεία του καλυτέρου ερμηνευτού των Θείων και Ιερών Κανόνων, του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου, και προτιμά την λανθασμένη ερμηνεία των Ζωναρά, Βαλσαμώνος και Αριστηνού, την οποία θεωρεί ανώτερη και καλύτερη από αυτήν του αγίου Νικοδήμου. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο Θεοφιλέστατος ότι όσο καλοί ερμηνευτές κι αν είναι οι προαναφερθέντες, δεν είναι ανακηρυγμένοι άγιοι από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως ο άγιος Νικόδημος. Στην Ορθοδοξία, αν θέλουμε να έχουμε το ακίνδυνον και το ακατηγόρητον, θα πρέπει να είμαστε «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι», να ακολουθούμε ταπεινώς τους όντως θεοφωτίστους και θεοπνεύστους αγίους πατέρες, οι οποίοι εν ζωή υπήρξαν κεκαθαρμένοι και θεούμενοι, σκεύη και δοχεία του Αγίου Πνεύματος. Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με τον Θεοφιλέστατο, δεν βοηθάει η ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου στην υποστήριξη των περί πρωτείων της Κων/λεως καινοφανών θέσεων, θα πρέπει να αποβληθεί. Μάλλον θεωρεί ο Θεοφιλέστατος τόν Μέγα καί απλανή διδάσκαλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας Όσιο Νικόδημο ως πλανηθέντα στην εν λόγω ερμηνεία. Επειδή, λοιπόν, δεν εξυπηρετούν οι άγιοι πατέρες τους οικουμενιστές στην παγίωση των οικουμενιστικών θέσεων, θα πρέπει να περιθωριοποιηθούν και να πεταχθούν στον κάλαθο των αχρήστων, για να έλθουν αυτοί ως «νεοπατέρες» και να μας παρουσιάσουν καινές και κενές ερμηνείες. Αυτό, όμως, όπως αντιλαμβανόμαστε, αποτελεί αυτό μεγίστη προσβολή και βλασφημία προς τον άγιο Πατέρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όσιο Νικόδημο, προς το Πηδάλιον της Εκκλησίας, προς τους Θείους και Ιερούς Κανόνες, προς τους 150 οσίους και θεοφόρους πατέρες της Β΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου και προς αυτό το Πανάγιο και Τελεταρχικό Άγιον Πνεύμα, που τους ενέπνευσε. Τό λυπηρότερο είναι ότι μαζί με τόν Όσιο Νικόδημο αρνείται ο Θεοφιλέστατος κατ’ επέκτασιν καί την Ορθόδοξη  Εκκλησία, πού τόν δέχθηκε καί τόν ανακήρυξε ως Άγιό της. Ο άγιος Νικόδημος συνέβαλε στήν ορθή χειραγώγηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας στήν γνήσια καί πατερική ευσέβεια, γι’αυτό καί επαξίως ανακηρύχθηκε ως Αγιος καί διδάσκαλός της. Πώς, όμως, νομιμοποιείται, ο Θεοφιλέστατος, ο οποίος είναι επίσκοπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και ο οποίος, κατά την εις Επίσκοπον χειροτονία του, ομολόγησε ενώπιον του Αγίου Τριαδικού Θεού, του Ορθοδόξου κλήρου και του πιστού λαού ότι πιστεύει «και τας περί Θεού και των Θείων παραδόσεις τε και εξηγήσεις της Μιάς Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»[8], να αμφισβητεί και να αρνείται την ερμηνεία και την εξήγηση του αγίου Νικοδήμου στον εν λόγω θέμα; Ο έλεγχος, όμως, του αγίου Νικοδήμου, διά της θεοπνεύστου ερμηνείας του, είναι ένα δριμύ κατηγορώ για τους οικουμενιστές, γι’αυτό προσπαθούν να τον αποβάλλουν, επειδή δεν είναι ανεκτός ο έλεγχός του. Ασκεί, λοιπόν, δριμύα κριτική ο άγιος, λέγοντας, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι το να υποστηρίζει κανείς υποβιβασμό και ελλάτωση μεταξύ των πατριαρχικών θρόνων είναι ενάντιο σε όλη την Καθολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία και αποδεκτό μόνο στους Λατίνους και Λατινόφρονες. Ας κρατήσουν, επομένως, οι λατινόφρονες οικουμενιστές την εσφαλμένη ερμηνεία των Ζωναρά, Βαλσαμώνος και Αριστηνού, και εμείς, που προτιμάμε να είμαστε με τους αγίους Πατέρες, ας κρατήσουμε την όντως ορθή, ορθόδοξη ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου.
Παραθέτουμε, λοιπόν, την θεόπνευστη και μόνη αποδεκτή ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου στον Γ΄ Ιερό Κανόνα της Β΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ορίζει ότι : «Τον μεν τοι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπον έχειν τα πρεσβεία της τιμής μετά τον της Ρώμης Επίσκοπον, δια τον είναι αυτήν Νέαν Ρώμην».
Ερμηνεύοντας ο άγιος, λέγει ότι ο μεν Β΄ Κανών κοινώς περί των Πατριαρχών (και μάλιστα του Αλεξανδρείας και Αντιοχείας) και Μητροπολιτών διόρισε, ο δε παρών ιδιαιτέρως περί του Κωνσταντινουπόλεως διορίζει και λέγει ότι ο Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης να έχει τα προνόμια της τιμής μετά τον Πάπα και Πατριάρχη της Ρώμης, επειδή και αυτή η Κωνσταντινούπολη δηλ. είναι και ονομάζεται νέα Ρώμη. Η πρόθεση «μετά» εδώ δεν δηλώνει το ύστερον του χρόνου, καθώς κάποιοι λένε μαζί με τον Αριστηνό, αλλά ούτε υποβιβασμό και ελλάτωση, καθώς ουκ ορθώς ερμηνεύει ο Ζωναράς (επειδή με το να ήταν μετά τον Κωνσταντινουπόλεως ο Αλεξανδρείας, μετά δε τον Αλεξανδρείας ο Αντιοχείας και μετά τον Αντιοχείας ο Ιεροσολύμων, κατά τον 36ο της ΣΤ΄, θα υπήρχαν τέσσερα είδη υποβιβασμού τιμής και ακολούθως πέντε διαφορετικές τιμές, ανώτερη η μία από την άλλη, το οποίο είναι ενάντιο σε όλη την Καθολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία και αποδεκτό μόνο στους Λατίνους και Λατινόφρονες), αλλά δηλώνει ισότητα τιμής και τάξης, κατά την οποία ο μεν είναι πρώτος, ο δε δεύτερος. Ισότητα μεν τιμής, επειδή και οι εν Χαλκηδόνι Πατέρες στον 28ο Κανόνα λένε ότι οι 150 αυτοί Επίσκοποι έδωσαν τα ίσα πρεσβεία με την Παλαιά Ρώμη στη Νέα Ρώμη, και οι εν Τρούλλω (Πατέρες) στον 36ο Κανόνα λένε ότι ο Κωνσταντινουπόλεως να απολαμβάνει τά ίσα πρεσβεία με τον Ρώμης. Τάξη δε, επειδή και εκείνοι και αυτοί στους ίδιους Κανόνες λένε δεύτερο τον Κωνσταντινουπόλεως μετά τον Ρώμης, όχι δεύτερο ως προς τη τιμή, αλλά δεύτερο ως προς την τάξη της τιμής. Γιατί, κατά την φύση των πραγμάτων, είναι αδύνατο να βρεθούν δύο πράγματα που να είναι ίσα, και να λέγονται πρώτα και δεύτερα μεταξύ τους, χωρίς τάξη. Γι’αυτό και ο Ιουστιανιανός, στην 130η Νεαρά, που βρίσκεται στο 5ο βιβλίο των Βασιλικών, 3ος τίτλος, αποκαλεί αυτολεξεί τον μεν Ρώμης πρώτο, τον δε Κωνσταντινουπόλεως, λέει, να επέχει τη δεύτερη τάξη μετά τον Ρώμης. Ας σημειωθεί δε ότι, επειδή ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον Κανόνα, χρησιμοποιεί αυτό το θέσπισμα του Ιουστινιανού, είναι φανερό ότι την ελάττωση και τον υποβιβασμό, που είπε παραπάνω του Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ρώμης, μόνο κατά την τάξη της τιμής την είπε και όχι απλώς κατά της τιμής, κατά την οποία και στις υπογραφές και στις καθέδρες και στα μνημόσυνα των ονομάτων τους, ο μεν προηγείται, ο δε έπεται. Κάποιοι μεν λένε ότι ο παρών Κανών δίνει μόνο τιμή στον Κωνσταντινουπόλεως, ύστερα δε η κατεπείγουσα ανάγκη του έδωσε και την εξουσία να χειροτονεί τους Μητροπολίτες στην Ασία, στον Πόντο και στη Θράκη. Η δε εν Χαλκηδόνι Σύνοδος, στην επιστολή προς τον Λέοντα, λέει ότι από αρχαίο έθος είχε ο Κωνσταντινουπόλεως αυτή την εξουσία να χειροτονεί, την επιβεβαίωσε μόνο ο 28ος της Δ΄ Συνόδου.
Στην υποσημείωση, που παραθέτει ο άγιος Νικόδημος, στο σημείο αυτό, αναφέρει ότι, επειδή ο δυσσεβής Διόσκορος αθέτησε τον παρόντα Κανόνα και στην εν Εφέσω ληστρική σύνοδο έβαλε τον Κωνσταντινουπόλεως άγιο Φλαβιανό να καθίσει στον πέμπτο τόπο, γι’αυτό ο Ευσέβιος Δορυλαίου, αφού πήγε στη Ρώμη, παρόντων κληρικών Κωνσταντινουπόλεως, ανέγνωσε τον παρόντα Κανόνα στον αγιώτατο Πάπα Ρώμης Λέοντα, ο οποίος και τον αποδέχθηκε.
Απουσία πανορθοδόξου συνοδικής εγκρίσεως του Κειμένου της Ραβέννας
Αναφερόμενος ο Θεοφιλέστατος στο ‘Κείμενο της Ραβέννας’, ισχυρίζεται ότι αυτό υπεγράφη από όλες τις υπόλοιπες  Ορθόδοξες Εκκλησίες, πλήν βεβαίως του Πατριαρχείου Μόσχας, υπονοώντας ότι το κείμενο έχει γίνει πανορθόδοξα αποδεκτό. Πλέον συγκεκριμένα γράφει : «Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας ἐκφράζει τή διαφωνία του μέ μία θεμελιώδη θέση τοῦ κειμένου τῆς Ραβέννας, γιά τό Πρωτεῖο σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ διαφωνία αὐτή, ἀφ᾽ ἑνός μέν διαφοροποιεῖ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσσίας ἀπό ὅλες τίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πού ὑπέγραψαν τό κείμενο, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ δημιουργεῖ τήν ὑποχρέωση στίς τελευταῖες, εἴτε νά ὑπερασπιστοῦν τό κείμενο τῆς Ραβέννας, εἴτε νά ἀναθεωρήσουν τήν ἄποψή τους. Καθίσταται ὅμως πρόδηλο ὅτι μέ τό κείμενο αὐτό οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐξ αἰτίας τοῦ διαλόγου καί στήν ἐπαινετέα τους προσπάθεια γιά σύγκλιση μέ τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία στό θέμα τῆς ἐκκλησιολογικῆς θέσης τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης –ἀνεξάρτητα ἀπό τό ποιός φέρει τήν εὐθύνη γι᾽ αὐτό– διακινδυνεύουν τήν ἐσωτερική τους συνοχή».
Στην παραπάνω παράγραφο ο Θεοφιλέστατος ἐσφαλμένως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας εἶναι πλήρως ἀποδεκτό ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Τοῦτο βεβαίως δέν ἀληθεύει, ἐπειδή, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξε και υπάρχει ὀξεία κριτική ἀπό ὁρισμένες τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Τό ‘Κείμενο τῆς Ραβέννας’ δεν έχει γίνει συνοδικώς αποδεκτό από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.  Ἄλλωστε, ἀπ' ὅσο γνωρίζουμε, δέν τοποθετήθηκαν ἐπισήμως ούτε στό κοινό αὐτό Κείμενο, ούτε και στα προηγούμενα κείμενα από το 1980 κ.εξ., οἱ τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἐπειδή τό σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό, καί ἐπειδή γιά τά παραπάνω Κείμενα δέν ἐλήφθησαν συνοδικές ἀποφάσεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, δέν πρέπει νά  προβάλλονται τά ἐν λόγω Κείμενα ὡς ἐκφράζοντα ὁπωσδήποτε καί τήν πίστη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στό Κείμενο τῆς Ραβέννας φαίνεται νά γίνεται ἡ λήψη τοῦ ζητουμένου, την οποία υιοθετεί και ο Θεοφιλέστατος.
Η αλλοίωση του Συμβόλου της Πίστεως
Στην υποσημείωση 145 του κειμένου του ο Θεοφιλέστατος πρεσβεύει : «Εἶναι θετικό ὅτι τό κείμενο τῆς Ραβέννας ἀπορρίπτει οἱαδήποτε ἀλλοίωση τοῦ ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων διατυπωθέντος Συμβόλου τῆς Πίστεως (§ 33)».
Σύμφωνα, όμως, με τον ἐλλογιμώτατο καθηγητή τοῦ τομέα Δογματικῆς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. κ. Δημήτριο Τσελεγγίδη[9], «εκεῖνο, τό ὁποῖο εἶναι σοβαρότατο ἀπό δογματικῆς ἀπόψεως στίς παραγράφους 2, 3 καί τό ὁποῖο διαπερνᾶ ἀξονικά ὅλο τό Κείμενο τῆς Ραβέννας εἶναι ὅτι παρέχεται σαφῶς ἡ ἐντύπωση στόν ἀναγνώστη, πώς ὑπάρχει Μία ἀόριστη, ἀλλά ὑπερκείμενη ὅλων τῶν ἐπί μέρους Ἐκκλησιῶν, Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, ὅμως, κατανοεῖται μᾶλλον προτεσταντικῶς. Στήν περίπτωση αὐτή φαίνεται νά ἀπορρίπτεται ἡ ὕπαρξη τῆς Μίας ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας σέ θεσμικό ἐπίπεδο. Ὅμως, παράλληλα γίνεται σαφές ὅτι μέ τήν ὑπερκείμενη Μία Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, πού ἐκτείνεται σ' ὁλόκληρο τόν κόσμο (Κείμενο τοῦ Μονάχου 1982), κοινωνοῦν ὅλες οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καθώς καί οἱ ἑτερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοί, ὡς νά μήν ὑφίσταται καμία δογματικοῦ χαρακτήρα διαφοροποίηση μεταξύ μας ὡς πρός τήν πίστη, τή δομή καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ εἶναι ἐμφανής μία ἰδιότυπη ἀποδοχή ἐξ ἀμφοτέρων τῶν διαλεγόμενων μερῶν τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας τῶν κλάδων (Branch Theory).
Ὁ παρατιθέμενος στήν παράγραφο 3 προβληματισμός γιά τίς ἐκκλησιολογικές καί κανονικές συνέπειες, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό τή μυστηριακή φύση τῆς Ἐκκλησίας, θά ἔπρεπε νά ἀφορᾶ ἀποκλειστικά καί μόνο τίς τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Δέν εἶναι θεολογικῶς ὀρθό, καί εἰδικότερα δέν εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἐπιτρεπτό, νά διερεύνουν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀπό κοινοῦ καί «ἐπί ἴσοις ὄροις» μέ τούς ἑτεροδόξους ζητήματα, πού ἀπορρέουν ἀπό τή μυστηριακή φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ θεσμική δομή της. Κάτι τέτοιο δέν μαρτυρεῖται ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ὑπάρχει ἱστορικό προηγούμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Καί τοῦτο, ἐπειδή τά θεολογικά καί θεσμικά ἐπίπεδα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς ἑτεροδοξίας εἶναι ἀσύμπτωτα. Εἶναι φυσιολογικό ἡ δογματική διαφοροποίηση ἀνάμεσα στήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ρωμαιοκαθολικισμό νά ἀντανακλᾶται ἀναπόφευκτα ὄχι μόνο στό θεσμικό ἐπίπεδο, ἀλλά καί στή σύνολη ἐκκλησιαστική ζωή τῶν πιστῶν τους.
Στό τέλος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας γίνεται μία διευκρινιστική ὑποσημείωση. Τό περιεχόμενο τῆς ὑποσημειώσεως δημιουργεῖ ἔντονο προβληματισμό ὡς πρός τήν ὀρθότητά του. Ἡ ἄποψη τῆς Ὀρθόδοξης ἀντιπροσωπείας ὅτι ἡ χρήση τῶν ὅρων «ἡ Ἐκκλησία», «ἡ ἀνά τόν κόσμον Ἐκκλησία», «ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία» καί «τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ» στό παρόν Κείμενο «δέν ὑπονομεύει τήν αὐτοαντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, περί τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τό Σύμβολο τῆς Πίστεως», εἶναι ἄκρως μετέωρη ὡς πρός τό περιεχόμενο τοῦ κοινοῦ Κειμένου. Καί τοῦτο, γιατί οἱ συνυπογράφοντες Ρωμαιοκαθολικοί δηλώνουν στήν ἴδια ὑποσημείωση ὅτι ἔχουν «τήν αὐτοεπίγνωση» ὅτι «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ὑφίσταται ἐν τῆ Καθολικῆ Ἐκκλησία (Lumen Gentium, 8)» καί ὅτι «τοῦτο δέν ἀποκλείει τήν ἀναγνώριση ὅτι στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας εἶναι παρόντα ἐκτός τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Ὁ αὐτοπροσδιορισμός τῶν Ὀρθοδόξων καί τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ἀντίστοιχα εἶναι διαμετρικά ἀντίθετος. Εἶναι κραυγαλέα ἡ διαφωνία τῶν δύο διαλεγομένων μερῶν γιά τήν ταυτότητα τῆς ἐμπειρικῆς, τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπό τά παραπάνω εἶναι προφανές ὅτι τό χάσμα ἀνάμεσα στούς Ὀρθοδόξους καί στούς Ρωμαιοκαθολικούς εἶναι στήν πραγματικότητα τεράστιο καί πρός τό παρόν θεολογικῶς ἀγεφύρωτο.
Κατά συνέπεια, κάθε ἄλλη ἐπιμέρους συμφωνία ἔχει πολύ μικρή σημασία, εἶναι συμφωνία ἐξωτερικῶν τύπων, ἀλλά οὐσιαστικά ἀθεμελίωτη καί ἀμφισβητούμενη, γιατί ἡ ὁποιαδήποτε συμφωνία θά πρέπει νά νοηματοδοτεῖται ἀπό τήν ταυτότητα καί τό χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι λογικῶς καί θεολογικῶς παράδοξο, πῶς μέ τίς παραπάνω διαμετρικά ἀντίθετες ἐκκλησιολογικές τοποθετήσεις προέκυψε Κείμενο κοινῆς ἀποδοχῆς γιά τή Μικτή Διεθνῆ Ἐπιτροπή».
Στο ίδιο πλαίσιο κινούμενος ο Προηγούμενος της Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους παν. ἀρχιμ. Γεώργιος Καψάνης[10], ἐπισημαῖνει : «Ὑπάρχουν σοβαροί λόγοι νά πιστεύουμε ὅτι τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ἐπιβεβαιώνει τούς φόβους, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ὑποχωροῦμε στίς παπικές ἀξιώσεις. Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς :
α) Τό κείμενο ὁμιλεῖ γιά «ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία». Δέν πρόκειται γιά τεχνικό ὅρο, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμοποίησις θά διευκόλυνε τόν διάλογο. Ἀντιθέτως, τοῦ ἔχει δοθῆ πλῆρες θεολογικό περιεχόμενο, ἔτσι ὥστε ὁ διάλογος νά γίνεται μέ τήν προϋπόθεσι ὅτι ἡ ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶναι ἀληθινή, ὀρθοδοξοῦσα, Ἐκκλησία.
Ἡ Ὀρθόδοξη ἀντιπροσωπεία στό σημεῖο αὐτό ἔχει ὑποχωρήσει ἀνεπίτρεπτα. Μέ τό κείμενο τοῦ Balamand (1993) εἶχε ἀναγνωρίσει τήν ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ὡς Ἐκκλησία μέ τήν πλήρη σημασία τοῦ ὅρου : «Καί ἀπό τίς δύο πλευρές ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτό πού ὁ Χριστός ἐνεπιστεύθη στήν Ἐκκλησία Του -ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, συμμετοχή στά ἴδια μυστήρια, πρό πάντων στή μοναδική Ἱερωσύνη πού τελεῖ τή μοναδική θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολική διαδοχή τῶν ἐπισκόπων- δέν δύναται νά θεωρῆται ὡς ἡ ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπό τίς Ἐκκλησίες μας»[11]. Πρόκειται γιά οὐσιαστική ὑποχώρησι ἀπό τήν πιό θεμελιώδη καί ἀφετηριακή βάσι τῶν θεολογικῶν διαπραγματεύσεων. Ἐνῶ δηλαδή οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὅταν ἀναγνωρίζουν ὡρισμένα συστατικά στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία (ἔγκυρα Μυστήρια καί ἀποστολική διαδοχή), μένουν πιστοί στήν ἐκκλησιολογία τῆς Β’ Βατικανείου, οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι παραιτοῦνται ἀπό τήν διαχρονικῶς μαρτυρουμένη ὑπό ἐγκρίτων Πατέρων καί συνόδων πίστι μας, ὅτι, λόγῳ τῶν αἱρετικῶν της δογμάτων, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπεκόπη ἀπό τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, δέν ἔχει τά στοιχεῖα, πού τήν καθιστοῦν ἀληθῆ Ἐκκλησία Χριστοῦ, καί πλέον εἶναι αἱρετική Ἐκκλησία. Διστάζουν νά ἐκφράσουν ἀκόμη καί τήν ἱστορική διαπίστωσι, ὅπως τήν διατύπωσε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός : «πρό χρόνων πολλῶν ἀπεσχίσθη τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ρώμης φαμέν, τό περιώνυμον ἄθροισμα ἐκ τῆς τῶν ἑτέρων τεσσάρων ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν κοινωνίας, ἀποσχοινισθέν εἰς ἔθη καί δόγματα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ὀρθοδόξων ἀλλότρια... (τά δέ τῶν Ὀρθοδόξων ἀλλότρια πάντως αἱρετικά)»[12].
β) Ἀλλά καί αὐτήν τήν κακῶς γενομένη «ἀλληλοαναγνώρισι» ὑπερκέρασε ἡ Ὁδηγία τοῦ Βατικανοῦ τόν Ἰούλιο τοῦ 2007 μέ τίς γνωστές «Ἀπαντήσεις»[13], μέ τίς ὁποῖες ὁ Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ χαρακτηρίζει «ἐλλειματικές» τίς Ὀρθόδοξες τοπικές Ἐκκλησίες, ἐπειδή δέν ἔχουν κοινωνία μέ τόν διάδοχο τοῦ Πέτρου! Σύμφωνα μέ τήν Ὁδηγία, ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταται μόνο στήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία. Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ἡ Ὁδηγία δόθηκε λίγους μῆνες πρίν ἀπό τήν Συνέλευσι τῆς Ραβέννας, τό ὁποῖο, κατά τήν ἐκτίμησί μας, σημαίνει ὅτι τό Βατικανό χαράσσει τήν γραμμή, πού πρέπει νά ἀκολουθήσῃ ὁ διάλογος. Καί ἡ γραμμή εἶναι ὁ ρωμαιοκεντρικός οἰκουμενισμός, ὅπως τόν προσδιώρισε ἡ Β’ Βατικάνειος Σύνοδος. Τό ἐπιβεβαιώνει τό ἴδιο τό κείμενο τῆς Ὁδηγίας τοῦ Βατικανοῦ[14], ἀλλά τό ἐπισημαίνει καί ὁ Σεβ. Ἐπίσκοπος πρώην Ζαχουμίου καί Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος Γιέβτιτς : «Τό κείμενο αὐτό [οἱ «Ἀπαντήσεις»] φανερώνει τήν ἐπιμονή τοῦ Πάπα Ράτσιγκερ νά δείξῃ τό πραγματικό πρόσωπο τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ οἰκουμενισμοῦ του, ὁ ὁποῖος στήν πραγματικότητα δέν εἶναι αὐτό, πού λέγει ὁ Πάπας, ἀλλά αὐτό πού πιστεύει καί κάνει»[15]. Τόν ἔντονο προβληματισμό της γιά τήν ὡς ἄνω παπική Ὁδηγία ἐκφράζει καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τόν Ὀρθόδοξο Συμπρόεδρο τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη, μέ τήν ἐπιστολή της ὑπό ἡμερομηνία 8/10/2007.
Ἡ ὑποσημείωσις τῆς παραγρ. 1 τοῦ «Κειμένου τῆς Ραβέννας», καρπός πιθανώτατα τῆς διαμαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀκολουθεῖ δυστυχῶς τό πνεῦμα τῆς παπικῆς Ὁδηγίας. Σέ αὐτήν τήν ὑποσημείωσι οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι, παρ’ὅτι διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» δέν ὑπονομεύει τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, δέν καταθέτουν ἐν τούτοις τό ἐπίσης βασικό στοιχεῖο τῆς αὐτοσυνειδησίας της, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν παραδέχεται ὅτι στήν ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία ‘‘ὑφίσταται’’ ἡ Μία Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Εἶναι χαρακτηριστικό, καί ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς ἀτολμίας τῶν Ὀρθοδόξων ἀντιπροσώπων, τό γεγονός ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐδήλωσαν στήν ἴδια συνάφεια ὅτι δέν ἀναγνωρίζουν παρά μόνο στοιχεῖα τῆς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας ἔξω ἀπό τήν ρωμαιοκαθολική κοινωνία. Εἶναι σαφές ὅτι τό «Κείμενο τῆς Ραβέννας» ὀφείλει νά ἀναγνωσθῇ καί ἑρμηνευθῇ ὑπό τήν προϋπόθεσι ὅτι ἡ ρωμαιοκαθολική πλευρά μένει πιστή καί ἀμετακίνητη στά παπικά δόγματα».
Η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας
Γράφει ο Θεοφιλέστατος, αναφερόμενος στην Εκκλησία της Αλβανίας : «Μετά τήν πτώση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος στήν Ἀλβανία τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀπέστειλε ἐκεῖ ὡς Ἔξαρχο τόν Ἀναστάσιο (Γιαννoυλᾶτο), ἐνῶ τό 1992 τόν ἐξέλεξε ὡς Ἀρχιεπίσκοπο Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας. Μητροπολίτες προερχόμενοι ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μετά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀναστασίου ἐξέλεξαν νέους Μητροπολίτες γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος μέ ἐπιστολή του στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαῖο ἐπισημαίνει: «....αἰσθανόμεθα τήν ἀνάγκην νά ἐκφράσωμεν... εὐχαριστίας διά τήν ἱστορικήν πρωτοβουλίαν τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος πρός ἀνασύστασιν τῆς Ὀρθοδόξου Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Ἀλβανίας ὡς καί διά τάς προσφάτους κανονικάς ἐνεργείας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου πρός ὁριστικήν ἐπίλυσιν τοῦ χρονίζοντος θέματος τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἱεραρχίας της κατ᾽ Ἀλβανίαν Ἐκκλησίας». Ἡ σχετική ἀπάντηση τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου μεταξύ ἄλλων διαλαμβάνει: «...ἡ Μήτηρ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, συμφώνως πρός τήν ἀνατιθεμένην αὐτήν ὑπό τῶν ἱερῶν κανόνων διακονίαν, εὑρέθη ἐνώπιον τῆς ἱερᾶς ἐπιταγῆς ἵνα ἀναλάβῃ πρωτοβουλίαν καί ἐμερίμνησε ἵνα...». Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κοινοποίησε τά γενόμενα γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας στίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί κατόπιν τούτου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀναστάσιος ἀνεγνωρίσθη ἀπό ὅλες αὐτές ὡς κανονικός Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων».
Στα ανωτέρω έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η Αλβανία ανήκε στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου πρό της αυτοκεφαλίας της, γι’αυτό και ενήργησε κατ’αυτόν τον τρόπο. Δεν θα μπορούσε, όμως, το Οικουμενικό Πατριαρχείο να κάνει το ίδιο και για μια περιοχή, που ανήκει σε άλλο Πατριαρχείο, π.χ. Αφρική ή Παλαιστίνη.
Επίλογος
Ταπεινώς φρονούμε ότι το ‘Κείμενο της Ραβέννας’, πρέπει να αποσυρθεί, διότι αποτελεί την πιο ακατάλληλη, την χειρότερη βάση επί της οποίας διεξάγεται Θεολογικός διάλογος Ορθοδόξων και παπικών. Επίσης, στόν διάλογο αυτό οι συμμετέχοντες εκ της Ορθοδόξου πλευράς θά πρέπει νά εκφράζουν τήν ευσέβεια της λατρευούσης Εκκλησίας, τήν ευαγγελική καί πατερική αλήθεια. Επιπροσθέτως, θα πρέπει νά εκλείψει μεταξύ των  Ορθοδόξων η τείνουσα νά επικρατήσει αρχή της περιεκτικότητος, δηλ. η συνύπαρξις στήν ίδια Εκκλησία μελών της, πού πιστεύουν διαφορετικά ή καί αντίθετα δόγματα. Απαραιτήτως πρέπει νά εξοβελισθεί τό ουμανιστικό πνεύμα, πού επικρατεί καί θυμίζει τόν δυτικό Βαρλαάμ. Οφείλει ο διάλογος νά οδηγεί τούς παπικούς στήν μετάνοια καί τήν αποκήρυξη της πλάνης τους κι έπειτα στήν ενότητα της πίστεως καί τήν κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, δηλ. τήν εν Χριστώ ανακαίνισή τους. Οφείλουν οι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι νά διαλέγονται μέ ειλικρίνεια ως αυθεντικά Ορθόδοξοι, επειδή αυτό απαιτεί η ευθύνη μας απέναντι στόν Θεό, τήν Εκκλησία καί τόν κόσμο. Αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία είναι νά ακολουθούμε όλοι μας ταπεινώς τούς αγίους θεόπτες Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της Μιάς καί μόνης αληθινής Εκκλησίας, οι οποίοι Πατέρες είναι οι μόνοι απλανείς καί διαχρονικοί διδάσκαλοι της οικουμένης καί παγκόσμιοι πνευματικοί άνθρωποι. Γιά νά πετύχει ο μέχρι τώρα αποτυχών θεολογικός διάλογος μεταξύ  Ορθοδόξου Εκκλησίας καί παπισμού πρέπει νά αλλάξουν εκ θεμελίων οι θεολογικές προϋποθέσεις καί τά κριτήρια του διαλόγου αυτού καί νά τεθούν νέα κριτήρια, τά οποία νά βασίζονται στή αγιοπατερική, ιεροκανονική, συνοδική, δογματική, λειτουργική, ασκητική, ησυχαστική καί νηπτική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.




[1] Σχ. βλ. ημέτερο κείμενο, Μια Ορθόδοξη κριτική ματιά στην παρουσίαση της μελέτης του Μ. Αρχιδιακόνου Μαξίμου για το πρωτείο από τον παν. αρχιμ. Παντελεήμωνα Μανουσάκη, 6-5-2014, http://www.impantokratoros.gr/22CBD690.el.aspx
[2] ΑΓΑΠΙΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ -  ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ, Ιερόν Πηδάλιον, ΛΔ΄ Αποστολικός Κανών, σ. 42
[3] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἅγιον Ὄρος, 30 Δεκεμβρίου 2007,  Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 91-92, http://aktines.blogspot.gr/2013/08/blog-post_663.html.
[4] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, «Ὀρθόδοξοι προβληματισμοί μέ ἀφορμή τό κείμενο τῆς Ραβέννας», Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 104-105, http://paterikiorthodoxia.pblogs.gr/2009/06/orthodoxoi-problhmatismoi-me-aformh-to-keimeno-ths-rabennas.html.
[5] Η θέση του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο, 28-122013http://www.romfea.gr/epikairotita/21314-2013-12-28-09-58-36.
[6] Primus sine paribus, Απάντησις εις το περὶ πρωτείου κείμενον του Πατριαρχείου Μόσχας, 8-1-2014, http://www.amen.gr/article16557
[7] http://www.amen.gr/article17919
[8] Τρίτη Ομολογία, Τάξις γινομένη επί χειροτονία επισκόπου, Ευχολόγιον το Μέγα, εκδ. Αστήρ, Αλ. Και Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1992, σ. 174. 
[9] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, «Ὀρθόδοξοι προβληματισμοί μέ ἀφορμή τό κείμενο τῆς Ραβέννας», Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 104-105, http://paterikiorthodoxia.pblogs.gr/2009/06/orthodoxoi-problhmatismoi-me-aformh-to-keimeno-ths-rabennas.html.
[10] ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, Ἅγιον Ὄρος, 30 Δεκεμβρίου 2007,  Ἐν Συνειδήσει. Οἰκουμενισμός. Ἱστορική καί κριτική προσέγγιση, ἔκδ. Ἱ. Μ. Μ. Μετεώρου, Ἅγια Μετέωρα, Ἰούνιος 2009, σσ. 91-92, http://aktines.blogspot.gr/2013/08/blog-post_663.html.
[11] Ἐπίσκεψις, τ. 496/1993.
[12] ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ, «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς...», ἐν ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τ. Ι, Ἀθῆναι 1960, σ. 426.
[13] Ὁ πλήρης τίτλος τῆς Ὁδηγίας εἶναι «Ἀπαντήσεις σέ ἐρωτήσεις, πού ἀφοροῦν ὀρισμένες ὄψεις γύρω ἀπό τή διδασκαλία περί Ἐκκλησίας» (βλ. Ἐπιστολή Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τόν Σεβ. Μητροπ. Περγάμου Ἰωάννην, 8/12/2007).
[14] Σχ. βλ. σχολιασμό τῆς Ὁδηγίας στήν ἐφημ. Καθολική, φύλ. 3078 /24-7-2007.
[15] ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΡΩΗΝ ΖΑΧΟΥΜΙΟΥ ΚΑΙ ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, «Περί τοῦ ρωμαιοκαθολικοῦ οἰκουμενισμοῦ» (σερβιστί), περιοδ. ΠΡΑΒΟΣΛΑΒΛΙΕ, ἔκδ. τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας, τεῦχ. 969-970 (1-15/8/2007), σ. 12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )